Ακύρωση Διαταγής Πληρωμής ύψους 300.000,00 ευρώ – Η υπ’ αριθ. 35/2019 Απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης

Ακολουθεί η από 2 Ιουλίου 2019 και υπ’ αριθ. 35/2019 Απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, επί ακόμη μιας υποθέσεως που χειρίστηκε επιτυχώς το γραφείο μας, η οποία δεχόμενη κατά πλειοψηφία την Ανακοπή ακύρωσε εξ΄ολοκλήρου τη Διαταγή Πληρωμής που είχε εκδώσει η Τράπεζα Πειραιώς για το ποσό των 300.000,00 ευρώ.

Συγκεκριμένα, δέχτηκε ότι καταναλωτής είναι και ο έμπορος που λαμβάνει πίστωση από τράπεζα για να καλύψει τις χρηματικές ανάγκες του ως τελικός αποδέκτης υπηρεσιών για να τις καταναλώσει και όχι να τις προσφέρει περαιτέρω με αντάλλαγμα και όταν συνάπτει συναλλαγές που είναι βοηθητικές για τη συγκεκριμένη εμπορική του δραστηριότητα. Συνεπώς, υπάγεται στο Ν. 2251/1994 “περί προστασίας των καταναλωτών” αναφορικά με τις “καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές”.

Εν συνεχεία, έκρινε ότι είναι καταχρηστικός ο όρος της σύμβασης δυνάμει του οποίου το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών, καθότι οι ανακόπτοντες επιβαρύνθηκαν με κατά 1,3889% περισσότερους τόκους, οι οποίοι κατά τη λειτουργία της σύμβασης ανατοκίζονταν από την πρώτη ημέρα καθυστέρησής τους, τα ποσά δε που προέκυπταν από τον ως άνω παράνομο ανατοκισμό ενσωματώνονταν στο κεφάλαιο ανά εξάμηνο, σύμφωνα με το σχετικό όρο της σύμβασης και επανατοκίζονταν ως μέρος του κεφαλαίου, με αποτέλεσμα να καθίσταται η απαίτηση ανεκκαθάριστη στο σύνολο της κατά τη διάταξη του άρθρου 624 ΚΠολΔ.

Κατά συνέπεια, ακύρωσε τη Διαταγή Πληρωμής στο σύνολο της, η οποία είχε εκδοθεί για οφειλή ύψους 300.000,00 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων.

Ακολουθεί το κείμενο της Απόφασης (επεξεργασμένη μόνο ως προς τη διαγραφή των ονομάτων των διαδίκων)

ΑΠΟΦΑΣΗ: 35/2019

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Σοφία Πλατάκη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Δημήτριο Θεοδωρακόπουλο, Πρωτόδικη και Δημήτριο Χριστόπουλο, Πρωτόδικη – Εισηγητή, καθώς και από τη γραμματέα Μαρία Νιτσάκη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2019, για να δικάσει την ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ, μεταξύ:

ΤΩΝ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΩΝ: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………..» που εδρεύει στην Αλεξανδρούπολη ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ……….., 2) ……….. του ….., κατοίκου Αλεξανδρούπολης (…..), με ΑΦΜ ….., 3) …….του ….., κατοίκου Αλεξανδρούπολης, με ΑΦΜ ……. και 4) …….., κατοίκου Αλεξανδρούπολης (……..), με ΑΦΜ….., οι οποίοι παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Θωμά Καλοκύρη του Δ.Σ. Θεσσαλονίκης.

ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.» που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Αμερικής αριθ. 4) και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ 094014298, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου ………..

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση ανακοπή, οι ανακόπτοντες ζητούν, για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρουν σ’ αυτή, την ακύρωση της υπ’ αριθ. 140/1205/Δ.Π./140/21-11-2018 διαταγής πληρωμής της δικαστή του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην καθ’ ης, έκαστος αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το ποσό των 300.000,00€, πλέον τόκων και εξόδων. Η ανακοπή αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπο φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 632 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), έχει δε ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμους, αφού ακριβές αντίγραφο της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής επιδόθηκε στην πρώτη ανακόπτουσα στις 30-11-2018 (όπως αποδεικνύεται από τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης …. επί του επιδοθέντος αντιγράφου της διαταγής πληρωμής), ενώ ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης ανακοπής επιδόθηκε νομίμως στον πληρεξούσιο δικηγόρο της καθ’ ης στις 21-12-2018 (όπως αποδεικνύεται από την υπ’ αριθ. 11138Γ721 -12-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης ….). Επομένως, πρέπει, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.

Όταν με την ανακοπή αμφισβητείται η ύπαρξη ή το ύψος της απαίτησης, ο λόγος αυτός συνιστά άρνηση, αφού ο καθ’ ου η ανακοπή, ο οποίος επέχει θέση ενάγοντος, έχει το υποκειμενικό βάρος, κατά το γενικό δικονομικό κανόνα του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, για την απόδειξη με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, της ύπαρξης και του ποσού της απαίτησής του (ΑΠ 1861/2011 ΤΝΠ Νόμος). Είναι δε επιτρεπτή η συμφωνία με την οποία η οφειλή του πιστούχου στην πιστώτρια τράπεζα, που θα προκόψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως, θα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας (ΑΠ 370/2012, ΑΠ 925/2006 ΤΝΠ Νόμος). Με την εν λόγω συμφωνία, προσδίδεται άνευ ετέρου, σε ιδιωτικά έγγραφα, πλήρης αποδεικτική ισχύς, την οποία διαφορετικά θα είχαν μόνο υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 448 ΚΠολΔ, ελλείψει των οποίων θα περιέπιπταν σε απλά δικαστικά τεκμήρια (339 ΚΠολΔ), πλην όμως δεν αντιστρέφεται το βάρος απόδειξης, καθώς ο δανειολήπτης διατηρεί το δικαίωμα ανταπόδειξης, ακόμα και αν συμφωνηθεί το αντίθετο (ΑΠ 430/2005 ΤΝΠ Νόμος). Αν κατά ενάσκηση του σχετικού δικαιώματος του, ο οφειλέτης αμφισβητήσει με λόγο ανακοπής το εκκαθαρισμένο της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε διαταγή πληρωμής, δεν απαιτείται για το ορισμένο του λόγου αυτού να προσδιορίσει και το ύψος στο οποίο θα ανερχόταν η απαίτηση αν αυτή ήταν εκκαθαρισμένη (ΕφΠειρ 711/2011, ΕφΠειρ 5/2011 ΤΝΠ Νόμος), καθώς, όπως προεκτέθηκε, το βάρος της συνδρομής των θετικών και αρνητικών προϋποθέσεων έκδοσης διαταγής πληρωμής φέρει ο δανειστής. Όσο δε αφορά απαίτηση τράπεζας από σύμβαση δανείου, η οποία κατά δικονομική συμφωνία των διαδίκων αποδεικνύεται πλήρως από τα αποσπάσματα των εμπορικών της βιβλίων, στην περίπτωση κατά την οποία ο οφειλέτης σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί βάσει των αποσπασμάτων διαταγή πληρωμής, επικαλεστεί με την ανακοπή του και αποδείξει ότι είναι άκυρος όρος του δανείου δυνάμει του οποίου έχει επιβαρυνθεί η εκ του δανείου οφειλή με επιπλέον χρηματικά ποσά πέραν του κεφαλαίου, όπως τόκους και έξοδα τα οποία έχουν ανατοκισθεί, κεφαλαιοποιηθεί και επανατοκισθεί, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο διαχωρισμός και η αφαίρεσή τους από τη συνολική απαίτηση με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς και ως εκ τούτου να μην αποδεικνύεται το ακριβές ύψος της από τα προσκομιζόμενα για την έκδοση διαταγής πληρωμής αποσπάσματα, αμφισβητεί όχι μόνο τη συνδρομή της αρνητικής προϋπόθεσης που σχετίζεται με το ορισμένο ποσό της απαίτησης, το να μην είναι δηλαδή αυτή ανεκκαθάριστη, αλλά και της θετικής προϋπόθεσης της σχετικής με την έγγραφη απόδειξη του ακριβούς ύψους της. Η αντίθετη άποψη κατά την οποία ο ανακόπτων πρέπει όχι μόνο να επικαλεστεί το ανεκκαθάριστο της απαίτησης, αλλά επιπλέον και να προσδιορίσει το ποσό κατά το οποίο είναι ανεκκαθάριστη η απαίτηση προκειμένου να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος ανακοπής, συνεπάγεται την ανεπίτρεπτη κεκαλυμμένη αντιστροφή του βάρους απόδειξης, αφού κατ’ αυτόν τον τρόπο μετατίθεται στον ανακόπτοντα η υποχρέωση του καθ’ ου η ανακοπή και αιτούντος την έκδοση διαταγής πληρωμής, να επικαλεστεί το ακριβές ύψος της απαίτησής του και να αποδείξει εγγράφως το βέβαιο και εκκαθαρισμένο αυτής. Όμως, ο φέρων το βάρος απόδειξης φέρει και το βάρος επίκλησης των αποδεικτέων, και ως εκ τούτου, σε περίπτωση που ο ανακόπτων αμφισβητήσει και κατά μείζονα λόγο σε περίπτωση που αποδείξει το ανεκκαθάριστο της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, ο καθ’ ου είναι αυτός που θα πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει μέχρι ποιου ύψους είναι εκκαθαρισμένη η απαίτησή του, εφόσον βέβαια αυτό είναι εφικτό από τα προσκομιζόμενα με την αίτησή του έγγραφα, άλλως η διαταγή πληρωμής είναι ακυρωτέα στο σύνολό της λόγω μη συνδρομής της εν λόγω αρνητικής προϋπόθεσης για την έκδοσή της. Επίσης, η άποψη κατά την οποία είναι μεν ορισμένος ο λόγος της ανακοπής με τον οποίο αμφισβητείται το εκκαθαρισμένο της απαίτησης, πλην όμως, αν δεν επικαλείται ο ανακόπτων το ποσό κατά το οποίο είναι ανεκκαθάριστη, θα πρέπει να διατάσσεται λογιστική πραγματογνωμοσύνη προς ανεύρεσή του, προκειμένου να ακυρωθεί κατά το αντίστοιχο μέρος της η διαταγή πληρωμής και όχι εν όλω, οδηγεί σε καταστρατήγηση των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, καθώς η ανάγκη διενέργειας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης προϋποθέτει ότι δεν είναι ορισμένο το ποσό της απαίτησης για το οποίο έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής και δεν αποδεικνύεται το ακριβές ύψος της από τα προσκομιζόμενα έγγραφα. Η διαπίστωση όμως των ανωτέρω, οδηγεί για τους προαναφερόμενους λόγους στην ακύρωση της διαταγής πληρωμής και όχι στην έκδοση απόφασης περί διενέργειας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία ενδεχομένως να ήταν η προσήκουσα αν επιδιωκόταν η επιδίκαση της απαίτησης εκ δανείου με αγωγή, κατά την τακτική διαδικασία, στη δίκη όμως της ανακοπής όπου κρίνεται μεταξύ άλλων αν συνέτρεχαν οι δικονομικές προϋποθέσεις έγκυρης έκδοσης της διαταγής πληρωμής κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, είναι ανεπίτρεπτη η εκ των υστέρων αναδρομική αναπλήρωση της διαπιστούμενης έλλειψης των ως άνω προϋποθέσεων και δη με αποδεικτικό μέσο το οποίο δεν είναι πρόσφορο για την έκδοση διαταγής πληρωμής καθώς δεν είναι έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 623 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994 «Περί προστασίας των καταναλωτών», όπως το άρθρο αυτό ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του Ν. 3587/2007 και τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών εις βάρος του καταναλωτή. Κατά δε την παρ. 7 του ίδιου παραπάνω άρθρου, καταχρηστικοί, ενδεικτικά, είναι οι ΓΟΣ, που, μεταξύ άλλων, … ια) χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή. Οι παραπάνω, αναφερόμενες ενδεικτικά, περιπτώσεις γενικών όρων θεωρούνται άνευ ετέρου από το νόμο ως καταχρηστικοί, χωρίς να χρειάζεται ως προς αυτούς και η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας της παρ. 6 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994. Πάντως, η σωρευτική εφαρμογή από το δικαστήριο των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994 δεν αποκλείεται, καθώς η επίκληση του γενικού αξιολογικού κριτηρίου «της διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή» είναι δυνατό να έχει αξία και χρησιμότητα για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και αόριστων αξιολογικών κριτηρίων, που χρησιμοποιεί ο νόμος στις επιμέρους περιπτώσεις του ενδεικτικού καταλόγου. Εξάλλου, και οι περιγραφόμενες από το νόμο ειδικές περιπτώσεις, κατά αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικότητας, αποτελούν δείκτες, που καθοδηγούν στην ερμηνεία της γενικής ρήτρας και συγκεκριμένα της έννοιας της διατάραξης της ισορροπίας. Μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών, που συνάγονται από τις ειδικές αυτές περιπτώσεις, είναι και η αρχή της διαφάνειας, καθώς και η αρχή της απαγόρευσης της χωρίς λόγο ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής ή των επιμέρους στοιχείων της στην απόλυτη κρίση του προμηθευτή. Ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, η οποία ρητά αποτυπώνεται και στο άρθρο 5 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993 «Σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές», οι ΓΟΣ πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό (ΟλΑΠ 15/2007 ΔΕΕ 2007/975, ΑΠ 904/2011, ΑΠ 1219/2011 ΤΝΠ Νόμος). Η σαφήνεια αφορά τις νομικές συνέπειες μίας ρήτρας, δηλαδή τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του καταναλωτή. Για το λόγο αυτό, ασαφείς ή πολυσήμαντες ρήτρες δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται από τον προμηθευτή με σκοπό να ενισχύσει τη θέση του απέναντι στον καταναλωτή. Ειδικά, όσον αφορά τις δυσμενείς οικονομικές συνέπειες και επιβαρύνσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ευκρινείς με την έννοια ότι μπορούν να γίνουν άμεσα κατανοητές από το μέσο καταναλωτή, ο οποίος δεν διαθέτει εξειδικευμένες νομικές ή οικονομικές γνώσεις. Η διαφάνεια αφορά στη σαφή και κατανοητή διατύπωση, στην αρχή του ορισμένου ή οριστού περιεχομένου και στην αρχή της προβλεψιμότητας της ύπαρξης των όρων. Αδιαφανείς ρήτρες που αποκρύπτουν την πραγματική, νομική και οικονομική κατάσταση δημιουργούν τον κίνδυνο, ο καταναλωτής είτε να απόσχει από την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων του, είτε να αποδεχθεί αξιώσεις που κατά το φαινόμενο έχει ο προμηθευτής. Υπό το πρίσμα αυτό οι αδιαφανείς ρήτρες μπορεί να οδηγήσουν, ακριβώς λόγω της αδιαφάνειάς τους, στη διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994. Για το λόγο αυτό και οι ΓΟΣ υπακούοντας στην παραπάνω αρχή, πρέπει να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (ΑΠ 430/2005 ΕλΔνη 2005/802). Συνεπώς, ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου μιας δανειακής σύμβασης θα πρέπει να είναι για τον καταναλωτή σαφώς περιγεγραμμένος και προσδιορισμένος και ο καταναλωτής θα πρέπει να αντιλαμβάνεται με πλήρη σαφήνεια την υποχρέωση που αναλαμβάνει ως προς το ύψος του επιτοκίου του δανείου του, διαφορετικά πάσχει από ακυρότητα ο σχετικός όρος (ΕφΑΘ 1471/2013, ΕφΑΘ 5101/2011 ΤΝΠ Νόμος). Περαιτέρω, στο άρθρο 1 παρ. 4 του παραπάνω νόμου ορίζεται ότι, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προορίζονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τελικό αποδέκτη τους. Έτσι, αναγκαία προϋπόθεση προκειμένου να θεωρηθεί ως καταναλωτής το πρόσωπο που επιζητεί την προστασία του νόμου, είναι να πρόκειται για προϊόντα ή υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και ο προμηθευόμενος τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες να είναι ο τελικός αποδέκτης τους. Καταναλωτής, άλλωστε, θεωρείται ο τελικός οικονομικός αποδέκτης των ανωτέρω προϊόντων και υπηρεσιών, που προσφέρονται στην αγορά, ανεξαρτήτως αν αποβλέπουν στην ικανοποίηση μη επαγγελματικών αναγκών, όπως απαιτούσε το προηγούμενο δίκαιο (άρθρο 2 αριθ. 1 του Ν. 1961/1991). Καταναλωτής, επομένως, θεωρείται και ο έμπορος που λαμβάνει πίστωση από τράπεζα για να καλύψει τις χρηματικές ανάγκες του ως τελικός αποδέκτης υπηρεσιών για να τις καταναλώσει και όχι να τις προσφέρει περαιτέρω με αντάλλαγμα και όταν συνάπτει συναλλαγές που είναι βοηθητικές για τη συγκεκριμένη εμπορική του δραστηριότητα (ΟλΑΠ 13/2015 ΤΝΠ Νόμος).

Ο όρος της δανειακής σύμβασης που προβλέπει ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο μέσος καταναλωτής, ο οποίος δεν διαθέτει εξειδικευμένες νομικές ή οικονομικές γνώσεις, αλλά διαθέτει τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ιδίως όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής. Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ. 3 ΑΚ. Η δανείστρια τράπεζα διασπά, με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ’ απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή – δανειολήπτη, ο οποίος πλέον – όταν, το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών – για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με κατά 1,3889% περισσότερο τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της τράπεζας. Τούτο, ιδίως, σε μία εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών (ΑΠ 430/2005 ΤΝΠ Νόμος). Άλλωστε, το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ’ επιταγή: α) της κοινοτικής οδηγίας 98/7/ΕΚ, που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ Ζ1 -178/13.2.2001 (ΦΕΚ Β’ 255/9.3.2001), και β) της κοινοτικής οδηγίας 2008/48/ΕΚ που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ Ζ1- 699/23.6.2010 (ΦΕΚ Β’ 917/23.6.2010), γεγονός που καταδεικνύει τη σημασία που αποδίδει τόσο ο κοινοτικός όσο και ο εθνικός νομοθέτης για τον κατ’ αυτό τον τρόπο ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (ΕφΠειρ 711/2011, ΕφΠειρ 52/2011 ΤΝΠ Νόμος). Τα προαναφερόμενα, ουδόλως αναιρούνται από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 2842/2000 «Περί αντικατάστασης της δραχμής με το ευρώ», σύμφωνα με την οποία οποιαδήποτε αναφορά στο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Αθηνών (Athibor) αντικαθίσταται αυτοδικαίως από αναφορά στο επιτόκιο Euribor, στο οποίο λαμβάνονται υπόψη ως βάση υπολογισμού των τόκων, οι πραγματικές ημέρες και το έτος 360 ημερών προσαρμοζόμενο κατά το λόγο 365 προς 360, αλλά ούτε και από την υπ’ αριθ. 30/14-2000 (ΦΕΚ Α’ 43/2000) πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, σύμφωνα με την οποία οι υποχρεωτικές καταθέσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδος θα είναι έντοκες με βάση υπολογισμού των τόκων έτους 360 ημερών. Και τούτο, διότι, είναι εμφανές ότι οι ως άνω διατάξεις είναι άσχετες με την ανάγκη προστασίας των καταναλωτών ως ασθενέστερων διαπραγματευτικά μερών στα πλαίσια των συναλλαγών τους με τις τράπεζες, καθώς η πρώτη εκ των ως άνω διατάξεων αναφερόμενη στο επιτόκιο Euribor, το οποίο αποτελεί το μέσο όρο των επιτοκίων του διατραπεζικού δανεισμού στον χώρο της Ευρωζώνης, ο οποίος διαπιστώνεται ημερησίως από την ΕΚΤ επί τη βάση των ανακοινώσεων 57 επιλεγμένων τραπεζών, ορίζει ότι βάση υπολογισμού του εν λόγω επιτοκίου αναφοράς θα είναι το έτος 360 ημερών, ενώ η δεύτερη αναφερόμενη στις υποχρεωτικές καταθέσεις των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδος, καταργώντας τη μέχρι τότε διάκριση μεταξύ εντόκου και ατόκου τμήματος των εν λόγω καταθέσεων, ορίζει ότι εφεξής αυτές θα είναι όλες έντοκες με επιτόκιο που θα καθορίζεται με πράξη του συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής και ότι οι τόκοι θα καταβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος στις καταθέτριες τράπεζες τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα μετά το τέλος εκάστης περιόδου τήρησης, υπολογιζόμενοι βάσει έτους 360 ημερών. Συνεπώς, στην τελευταία περίπτωση ο ως άνω υπολογισμός αφορά το επιτόκιο των υποχρεωτικών καταθέσεων των τραπεζών και συνεπάγεται την είσπραξη από τις τελευταίες περισσότερων τόκων από την Τράπεζα της Ελλάδος από ότι αν το επιτόκιο υπολογιζόταν βάσει έτους 365 ημερών. Πλην όμως, η Τράπεζα της Ελλάδος ως θεματοφύλακας των υποχρεωτικών καταθέσεων των ελληνικών τραπεζών και ως εποπτεύουσα αρχή των τελευταίων, δεν μπορεί να εξομοιωθεί ούτε ως προς το θεσμικό της ρόλο, ούτε ως προς τη διαπραγματευτική της ισχύ και θέση με τους καταναλωτές – πελάτες των τραπεζών, ώστε είτε να χρήζει της ειδικής προστασίας που έχουν ανάγκη οι τελευταίοι ως συναλλασσόμενοι και τελικοί αποδέκτες των χρηματοπιστωτικών προϊόντων τους, είτε αντιστρόφως οι καταναλωτές να υπόκεινται σε όμοιου περιεχομένου επιβαρύνσεις με αυτήν .

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ανακόπτοντες με τον έβδομο λόγο ανακοπής, εκθέτουν ότι κατά τη διάρκεια της επίδικης σύμβασης πίστωσης, με βάση σχετικό αόριστο και ασαφή όρο αυτής, η καθ’ ης επιβάρυνε τον τηρηθέντα για την παρακολούθηση της πίστωσης λογαριασμό με τόκους βάση έτους 360 και όχι 365 ημερών, με συνέπεια οι ίδιοι, ως καταναλωτές, να μην πληροφορούνται το πραγματικό ετήσιο επιτόκιο και να επιβαρύνονται για κάθε ημέρα με 1,3889% επιπλέον τόκους. Με βάση το ιστορικό αυτό, αμφισβητούν το σύνολο της απαίτησης που ενσωματώνεται στην προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και ζητούν την ακύρωση αυτής. Με το περιεχόμενο αυτό, ο συγκεκριμένος λόγος ανακοπής είναι ορισμένος, απορριπτομένου του αντίθετου ισχυρισμού της καθ’ ης, καθόσον ο προβαλλόμενος λόγος ανακοπής δεν πλήττει το λογιστικό υπόλοιπο της επιδικασθείσας απαίτησης, αλλά πρωτίστως το κύρος του σχετικού συμβατικού όρου, η εφαρμογή του οποίου οδήγησε στην παράνομη επαύξηση της οφειλής των ανακοπτόντων, και νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 243 παρ. 3, 281 ΑΚ, 2 παρ. 6 και 7 του Ν. 2251/1994. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και από ουσιαστική άποψη.

Από όλα τα νομίμως και με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, αποδεικνύονται τα εξής: Δυνάμει της υπ’ αριθ. 1014529/27-6-2001 σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό που καταρτίσθηκε μεταξύ της καθ’ ης τράπεζας και της πρώτης ανακόπτουσας, και των υπ’ αριθ. 1014529/1/12-6-2006,    1014529/2/4-1-2008,          1014529/3/22-7-2008 και 1014529/4/3-3-2009 πράξεων τροποποίησης της αρχικής σύμβασης, η καθ’ ης χορήγησε στην πρώτη ανακόπτουσα πίστωση μέχρι του ποσού των 700.000,00€, για την κάλυψη αποκλειστικά των ταμειακών της αναγκών στο πλαίσιο της άσκησης της εμπορικής της δραστηριότητας, η οποία (πίστωση) θα εξυπηρετούνταν με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό. Τη σύμβαση αυτή συνυπέγραψαν ως εγγυητές ο δεύτερος, η τρίτη και η τέταρτη των ανακοπτόντων, αποδεχόμενοι ανεπιφύλακτα όλους τους όρους της σύμβασης και ευθυνόμενοι απεριορίστως και εις ολόκληρον ο καθένας για την εξόφληση οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου θα προέκυπτε σε βάρος της πρώτης ανακόπτουσας (όρος 20 της σύμβασης). Με τον όρο 2.1 της σύμβασης συμφωνήθηκαν ρητά τα εξής: «Η πίστωση είναι έντοκη με ετήσιο επιτόκιο, για τα νομίσματα που περιλαμβάνονται στον κατωτέρω συνημμένο πίνακα και δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά, κυμαινόμενο το οποίο υπολογιζόμενο σε έτος 360 ημερών, αποτελείται από το βασικό επιτόκιο χορηγήσεων (ή το προνομιακό που μπορεί να συμφωνείται μόνο αν η πίστωση έχει χορηγηθεί σε ευρώ/δραχμές) που ισχύει για το νόμισμα στο οποίο έχει χορηγηθεί η πίστωση ή τμήμα αυτής και το περιθώριο (spread), πλέον της εισφοράς του Ν. 128/1975». Ακόμη, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση υπερημερίας η πιστούχος θα επιβαρυνόταν με τόκους υπερημερίας, το δε επιτόκιο υπερημερίας ορίστηκε 2,5% ανώτερο του συμβατικού επιτοκίου (όρος 2.4), ότι στο τέλος κάθε ημερολογιακού τριμήνου θα έκλεινε περιοδικά ο λογαριασμός της πίστωσης κατά το άρθρο 112 ΕισΝΑΚ (όρος 6.1), και ότι ο ανατοκισμός (κεφαλαιοποίηση) των τυχόν ανεξόφλητων τόκων (συμβατικών ή υπερημερίας) και εξόδων θα γινόταν ανά εξάμηνο (όρος 2.4). Τέλος, με τον όρο 10 της σύμβασης, συμφωνήθηκε ότι αποσπάσματα ή αντίγραφα που θα έχουν εξαχθεί από τα βιβλία της τράπεζας, θα αποτελούν πλήρη απόδειξη της απαίτησης της καθ’ ης. Για την εξυπηρέτηση της πίστωσης τηρήθηκε ο υπ’ αριθ. 5350025001515 λογαριασμός, ο οποίος στις 7-7-2017 εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 474.106,64€. Την παραπάνω ημερομηνία, επειδή η πιστούχος δεν εκπλήρωνε τις συμβατικές της υποχρεώσεις και ειδικότερα δεν ήταν συνεπής στις καταβολές της, η καθ’ ης κατήγγειλε τη σύμβαση και έκλεισε τον άνω λογαριασμό. Η καθ’ ης γνωστοποίησε στους ανακόπτοντες την καταγγελία της σύμβασης και το κλείσιμο του λογαριασμού που την εξυπηρετούσε, με την από 2- 11-2017 εξώδικη δήλωση – γνωστοποίηση – πρόσκληση που κοινοποιήθηκε νόμιμα στους ανακόπτοντες (όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθ. 11.417Δ’, 11.418Δ’, 11.419Δ’ και 11.420Δ72-11-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης ….), ταυτόχρονα δε δήλωνε προς αυτούς ότι θα απέχει από κάθε περαιτέρω δικαστική ενέργεια για χρονικό διάστημα 15 ημερών, προκειμένου να εξετάσει τυχόν αίτημά τους για ρύθμιση της οφειλής στο πλαίσιο του Κώδικα Δεοντολογίας του Ν. 4224/2013. Δεν επιτεύχθηκε συμφωνία των μερών για τη ρύθμιση της οφειλής, και ακολούθως, κατόπιν σχετικής αίτησής της, η καθ’ ης επέτυχε την έκδοση της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ. 140/1205/Δ.Π./140/21-11-2018 διαταγής πληρωμής της δικαστή του Δικαστηρίου αυτού. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο προαναφερθείς υπ’ αριθ. 2.1 όρος της σύμβασης, ήταν διατυπωμένος εκ των προτέρων από την καθ’ ης σε έντυπο κείμενο, δεδομένου ότι αυτός περιλαμβανόταν στους γενικούς όρους συναλλαγών, υπό τους οποίους η καθ’ ης χορηγούσε πίστωση εξυπηρετούμενη με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό σε απροσδιόριστο αριθμό πελατών της, με αποτέλεσμα το εν λόγω άρθρο να μην αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων, αλλά, αντιθέτως, επεβλήθη στους ανακόπτοντες ως κάτι δεδομένο και ανεπίδεκτο διαπραγμάτευσης. Το γεγονός ότι το συγκεκριμένο κείμενο ήταν προδιατυπωμένο, προκύπτει χαρακτηριστικά από το ίδιο το περιεχόμενο αυτού («Η πίστωση είναι έντοκη με ετήσιο επιτόκιο, για τα νομίσματα που περιλαμβάνονται στον κατωτέρω συνημμένο πίνακα και δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά…»). Ωστόσο, ο επίμαχος όρος 2.1, ήταν άκυρος, λόγω καταχρηστικότητας, σημειουμένου ότι συντρέχει στο πρόσωπο των ανακοπτόντων η ιδιότητα του καταναλωτή, κατά την έννοια του Ν. 2251/1994, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην ως άνω υπό στοιχείο (III) μείζονα σκέψη, εφόσον η πιστούχος χρησιμοποιούσε την εν λόγω πίστωση αποκλειστικά για την κάλυψη των ταμειακών της αναγκών, ως τελικός αποδέκτης των υπηρεσιών της τράπεζας, ενώ ο δεύτερος, η τρίτη και η τέταρτη των ανακοπτόντων εγγυήθηκαν προς την τράπεζα την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε οφειλής της πιστούχου. Πιο συγκεκριμένα, ο όρος 2.1 της σύμβασης, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας και στερεί από τους ανακόπτοντες τη δυνατότητα να πληροφορηθούν το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ. 3 ΑΚ. Η καθ’ ης τράπεζα διέσπασε με το συγκεκριμένο όρο, εντελώς τεχνητά και αδικαιολόγητα και κατ’ απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών των ανακοπτόντων, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο οποίο οφείλει να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση της πιστούχου, η οποία πλέον – όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών – για κάθε ημέρα
επιβαρύνεται με κατά 1,3889% περισσότερο τόκους. Συνεπώς, αποδεικνύεται, η παράνομη επιβάρυνση της επίδικης απαίτησης, η οποία επιδικάστηκε με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, με τόκους περισσότερους κατά 1,3889% ανά ημέρα, οι οποίοι κατά τη λειτουργία της σύμβασης ανατοκίζονταν από την πρώτη ημέρα καθυστέρησής τους, τα ποσά δε που προέκυπταν από τον ως άνω παράνομο ανατοκισμό ενσωματώνονταν στο κεφάλαιο ανά εξάμηνο, σύμφωνα με το σχετικό όρο της σύμβασης και επανατοκίζονταν ως μέρος του κεφαλαίου. Ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, συνάγεται ότι η διαμόρφωση της οφειλής των ανακοπτόντων προς την καθ’ ης από την επίδικη σύμβαση, είναι αποτέλεσμα, τουλάχιστον κατά ένα μέρος, εφαρμογής καταχρηστικού, δηλαδή παράνομου, όρου. Το ύψος, όμως, αυτών των παράνομων χρεώσεων, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορεί να προσδιορισθεί από τον τηρούμενο λογαριασμό από την καθ’ ης και τις εγγραφές στα αποσπάσματα με βάση τα οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, καθόσον δεν προκύπτει από αυτά, ούτε το επιτόκιο υπολογισμού των συμβατικών τόκων, ούτε τα ποσά των συμβατικών τόκων και των τόκων υπερημερίας, καθώς και των ποσών που προέκυψαν από τον ανατοκισμό τους, με αποτέλεσμα να καθίσταται η απαίτηση ανεκκαθάριστη κατά τη διάταξη του άρθρου 624 ΚΠολΔ.

Ένα μέλος όμως του Δικαστηρίου και δη η Πρόεδρος είχε την ακόλουθη γνώμη: Ο έβδομος λόγος της ανακοπής, όπως κατά το περιεχόμενο και αίτημα εκτίθεται παραπάνω, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον οι ανακόπτοντες δεν αναφέρουν στην ανακοπή τους το ακριβές ποσό της υπέρμετρης επιβάρυνσής τους από τόκους, ενώ ουδόλως συνδέουν τον ισχυρισμό τους αυτό με τα κατ’ ιδίαν κονδύλια του επίδικου δανειακού λογαριασμού (και κατ’ επέκταση, της διαταγής πληρωμής), χωρίς να αρκεί η γενική αμφισβήτηση του συνόλου της απαίτησης. Ειδικότερα, στη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, ακόμα κι αν αυτή περιλαμβάνει ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα που θα προκόψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, ο πιστούχος έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τα ειδικότερα κονδύλια που περιέχονται στα αποσπάσματα αυτά με την ανακοπή κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ, στην περίπτωση δε αυτή ο ίδιος φέρει το βάρος των σχετικών αντίθετων ισχυρισμών του, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να καταστούν αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1071/2017 ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, ο ειδικότερος προσδιορισμός των κονδυλίων που προσβάλλονται είναι απαραίτητος και για τον πρόσθετο λόγο ότι η τυχόν ακυρότητα κάποιου κονδυλίου συνεπάγεται ακυρότητα αντίστοιχου ποσού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, χωρίς να πλήττει αυτήν στο σύνολό της (ΕφΘεσ 2613/2017, ΕφΔωδ 45/2017 ΤΝΠ Νόμος). Σε κάθε περίπτωση ο ως άνω λόγος ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 2842/2000 περί αντικατάστασης της δραχμής με το ευρώ, οποιαδήποτε αναφορά στο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Αθηνών (Athibor) που προβλέπεται σε υφιστάμενες νομικές πράξεις, κατά την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού 1103/1997, αντικαθίστανται αυτοδικαίως από αναφορά στο επιτόκιο Euribor, στο οποίο λαμβάνεται υπόψη, ως βάση υπολογισμού των τόκων, οι πραγματικές ημέρες και το έτος 360 ημερών, προσαρμοζόμενο κατά το λόγο 365 προς 360. Το ίδιο εφαρμόζεται ως προς τις υποχρεωτικές καταθέσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, κατόπιν της πράξης 30/14-2000 (ΦΕΚ Α’ 43/00) του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, κατά την οποία το συνολικό ποσό της υποχρεωτικής κατάθεσης κάθε πιστωτικού ιδρύματος θα τηρείται εντόκως, ενώ οι τόκοι λογίζονται με βάση το έτος 360 ημερών. Και ναι μεν με την ΚΥΑ ΦΙ-983/7.21-3-1991, άρθρο 14 εδ. δ’, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 παρ. 3 α’ της ΚΥΑ ΖΙ- 17818/13. 2.9/32001 (ΦΕΚ Β’ 255/2001), οι οποίες εκδόθηκαν προς εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας με την κοινοτική οδηγία 87/103/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 90/88/ΕΟΚ και τη σύσταση 97/489 της επιτροπής της ΕΕ, καθιερώνεται διάρκεια έτους 365 ημερών, 52 εβδομάδων και ίσων με αυτές 12 μηνών στην καταναλωτική πίστη, πλην όμως η ρύθμιση αυτή αφορά στις συναλλαγές που γίνονται με μέσα ηλεκτρονικής πληρωμής και ιδίως στις σχέσεις μεταξύ του εκδότη και κατόχου πιστωτικής κάρτας (ΕφΘεσ 2613/2017, ΕφΘεσ 166/2017, ΕφΑΘ 1159/2012 ΤΝΠ Νόμος).

Κατ’ ακολουθίαν όλων όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει να γίνει δεκτός, κατά πλειοψηφία, ως κατ’ ουσίαν βάσιμος ο ως άνω λόγος ανακοπής και να ακυρωθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, παρελκομένης της έρευνας του παραδεκτού και της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας των υπολοίπων λόγων ανακοπής. Τέλος, πρέπει να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ, κατά πλειοψηφία, την ανακοπή.

ΑΚΥΡΩΝΕΙ την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 140/1205/Δ.Π./140/21-11-2018 διαταγή πληρωμής της δικαστή του Δικαστηρίου αυτού.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αλεξανδρούπολη στις 19 Ιουνίου 2019 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουλίου 2019 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

ΘΩΜΑΣ ΚΑΛΟΚΥΡΗΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΜΔΕ

FacebookmailFacebookmail

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *