Τέλος ταξινόμησης – Παράνομη η συμπληρωματική μεταγενέστερη χρέωση – Η υπ’ αριθ. 88/2021 Απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης

Μη νόμιμα επιβλήθηκε από το Τελωνείο εις βάρος του προσφεύγοντος συμπληρωματικό τέλος ταξινόμησης μετά από νέα έρευνα σχετικά με τη λιανική τιμή του εισαχθέντος αυτοκινήτου έκρινε το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την αριθ. 88/2021 Απόφαση του επί υποθέσεως που χειρίστηκε επιτυχώς το γραφείο μας. 

Συγκεκριμένα, έκρινε ότι η επιβολή του συμπληρωματικού τέλους ταξινόμησης δεν ήταν νόμιμη διότι στηρίχθηκε σε μεταγενέστερο του εκτελωνισμού έγγραφο, δηλαδή σε έγγραφο που δεν υπήρχε κατά τον τελωνισμό του οχήματος, αλλά συντάχθηκε μεταγενέστερα μετά τον τελωνισμό, που έγινε με βάση την αρχικώς εκδοθείσα βεβαίωση και την παράδοση του οχήματος από το Τελωνείο στον προσφεύγοντα. 

Ακολουθεί το κείμενο της υπ’ αριθ. 81/2021 Αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης


Αριθμός απόφασης: 88 /2021

 ΤΟ 
 ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ 

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 
MONOΜΕΛΕΣ 
 ΤΜΗΜΑ ΙΕ΄ 

  
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 26 Μαϊου 2020, με δικαστή τη Χριστίνα Γιαννοπούλου, Πρωτοδίκη Διοικητικών Δικαστηρίων και γραμματέα τη Σουλτάνα Λουλούδη, δικαστική υπάλληλο, για να δικάσει την προσφυγή με ημερομηνία κατάθεσης 22-5-2019 (ΠΡ 2819/2019),

 του ……………

 κατά το Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (άρθρο 36 ν. 4389/ 2016) και, εν προκειμένω από την Προϊσταμένη της Τελωνειακής Περιφέρειας Θεσσαλονίκης, η οποία παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 133 παρ.2 του ΚΔΔ.


Το Δικαστήριο, αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα.

 Σκέφθηκε κατά το Νόμο. Η κρίση του είναι η εξής :

1.Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ.σχετ. το 277336561959 0719 0015 ηλεκτρονικό παράβολο), ο προσφεύγων επιδιώκει παραδεκτώς την ακύρωση της 29/2019/11-4-2019 πράξης της Προϊσταμένης του Α΄ Τελωνείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταλογίστηκε σε βάρος του, διαφορά τέλους ταξινόμησης ιδιωτικής χρήσης επιβατικού (ΙΧΕ) αυτοκινήτου, ύψους 2.235,42 ευρώ.

 2.Επειδή, ο ν. 2960/2001 («Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας», Φ.Ε.Κ. Α΄ 265), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ορίζει, στο άρθρο 31, ότι «1. Το Δημόσιο διατηρεί αμείωτες τις απαιτήσεις του κατά του κυρίου των εμπορευμάτων για δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που δεν είχαν εισπραχθεί, όπως επίσης και για εκείνες που είχαν ελλιπώς βεβαιωθεί ή εισπραχθεί. Τα ποσά θεωρούνται ότι είχαν ελλιπώς βεβαιωθεί ή εισπραχθεί, όταν δεν βεβαιώθηκαν ή δεν εισπράχθηκαν, ολικά ή μερικά, λόγω οποιοσδήποτε παράλειψης που έγινε κατά τον τελωνισμό των εμπορευμάτων, εφόσον αυτό προκύπτει από το κείμενο του τελωνειακού παραστατικού που κατατέθηκε, τις πράξεις επ’ αυτού και τα λοιπά δικαιολογητικά έγγραφα, που επισυνάπτονται σε αυτό, με τα οποία προσδιορίζονται τα κρίσιμα στοιχεία για την ορθή βεβαίωση των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων που οφείλονται. 2.Επίσης, ως ελλιπώς βεβαιωθέντα ή εισπραχθέντα θεωρούνται και τα ποσά που βεβαιώθηκαν ή εισπράχθηκαν ελλιπώς, αν κατά τον εκ των υστέρων έλεγχο αποδειχθεί ότι δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενοι για το καθεστώς, στο οποίο έχουν υπαχθεί τα εμπορεύματα, όροι ή ότι τα προσκομισθέντα πιστοποιητικά που χρησιμοποιήθηκαν για προτιμησιακή μεταχείριση του εμπορεύματος δεν είναι αυθεντικά ή έγκυρα. 3. Όσα έχουν εισπραχθεί ή έχουν βεβαιωθεί και εισπραχθεί ελλιπώς βεβαιώνονται συμπληρωματικά με πράξη της Τελωνειακής Αρχής και εισπράττονται απ’ αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις περί Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων», στο άρθρο 121,  ότι «1. Επιβατικά αυτοκίνητα της δασμολογικής κλάσης 87.03 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας (Κανονισμός Ε.Ο.Κ. 2658/1987 του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1987 ΕΕΓ της 07-09-1987) υποβάλλονται σε τέλος ταξινόμησης επί της φορολογητέας αξίας όπως αυτή διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 126 του παρόντα και του άρθρου 4 του ν. 1573/1985 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 201 ), όπως ισχύουν. 2. Οι συντελεστές του τέλους ταξινόμησης της προηγούμενης παραγράφου ορίζονται ως ακολούθως: α) Για αυτοκίνητα που πληρούν εκ κατασκευής τις προδιαγραφές της Οδηγίας 98/69 Ε.Κ. ή μεταγενέστερης: … .», στο άρθρο 128, ότι: «1. Η υποχρέωση καταβολής του τέλους ταξινόμησης γεννάται: -για τα κοινοτικά οχήματα και για τα προερχόμενα από τρίτες χώρες κατά την είσοδό τους στο εσωτερικό της χώρας, …. 2. Το τέλος ταξινόμησης καθίσταται απαιτητό και καταβάλλεται πριν τη θέση των οχημάτων σε κυκλοφορία και για τα οχήματα των άρθρων 121, 122, 123 και 124 του παρόντα Κώδικα, το αργότερο: -για τα μεταφερόμενα ή αποστελλόμενα από τα λοιπά Κράτη – Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) τη 15η ημέρα του επόμενου μήνα από αυτόν που γεννήθηκε η υποχρέωση καταβολής του τέλους αυτού. Εφόσον υποβληθεί πριν από την ημέρα αυτή, η ειδική δήλωση της παραγράφου 2 του άρθρου 130 του παρόντα Κώδικα, το τέλος καθίσταται απαιτητό την ημερομηνία αποδοχής της ειδικής δήλωσης.», στο άρθρο 130 ότι: «1. Υπόχρεος στην καταβολή του τέλους ταξινόμησης είναι ο ιδιοκτήτης του οχήματος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του. 2. Για τη βεβαίωση και είσπραξη του τέλους ταξινόμησης και του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) ή για τη χορήγηση οριστικής απαλλαγής κοινοτικών οχημάτων, υποβάλλεται στην αρμόδια Τελωνειακή Αρχή ειδική δήλωση μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία το τέλος καθίσταται απαιτητό και οπωσδήποτε πριν από την έκδοση της άδειας κυκλοφορίας. Με την ειδική δήλωση, που αποτελεί τίτλο υπέρ του Δημοσίου, συνεισπράττεται και ο οφειλόμενος Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.). … 6. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο της ειδικής δήλωσης, του αποδεικτικού είσπραξης και του πιστοποιητικού ταξινόμησης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου» και, στο άρθρο 131, ότι : «Οι διατάξεις των άρθρων 31 και 32 του παρόντα Κώδικα εφαρμόζονται ανάλογα και για τις επιβαρύνσεις των κοινοτικών οχημάτων.». 

  3.Επειδή, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 του ν. 2960/2001 έχει την ίδια έννοια με εκείνη της προγενέστερης ρύθμισης του άρθρου 29 παρ. 1 του ν. 1165/1918, δηλαδή ότι, σε υπόθεση (στην οποία δεν εφαρμόζεται ο Κοινοτικός Τελωνειακός Κώδικας και δεν αποδίδεται στον εισαγωγέα η τέλεση τελωνειακής παράβασης λαθρεμπορίας), χωρεί μεν συμπληρωματική βεβαίωση φόρων και για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου από την τελωνειακή αρχή, που οδήγησε σε διαφορετική φορολογική επιβάρυνση του εμπορεύματος, καθώς και για εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών στοιχείων του εμπορεύματος, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι τα κρίσιμα στοιχεία για τον ορθό προσδιορισμό του ύψους της τελωνειακής οφειλής προκύπτουν από τα σχετικά έγγραφα που υπήρχαν στο φάκελο της συγκεκριμένης υπόθεσης και είχαν κατατεθεί κατά τον τελωνισμό του εμπορεύματος, όχι, δε, από έγγραφα που συντάσσονται (συμπεριλαμβανομένων πράξεων της Διοίκησης που εκδίδονται) μετά το πέρας της διαδικασίας του τελωνισμού.  Η ανωτέρω ερμηνεία συνάδει προς το Σύνταγμα και, ειδικότερα, προς τις αρχές της νομιμότητας και της ισότητας ενώπιον των φορολογικών βαρών, δεδομένου ότι οι εν λόγω αρχές εφαρμόζονται παράλληλα με την επίσης συνταγματική αρχή της ασφάλειας δικαίου και της σταθερότητας των διοικητικών καταστάσεων (συμπεριλαμβανομένων όσων έχουν διαμορφωθεί κατά τον τελωνισμό εισαγόμενων εμπορευμάτων), η οποία έχει μεγάλη σημασία στο πεδίο του φορολογικού δικαίου, ως συνδεόμενη με τη δημοσιονομική τάξη και την εν γένει οικονομική ζωή της χώρας, και, σταθμιζόμενη με τις επιταγές που απορρέουν από τα άρθρα 4 (παρ. 5) και 78 (παρ. 1) του Συντάγματος, παρίσταται ικανή να δικαιολογήσει, ενόψει και του ευρέος περιθωρίου εκτίμησης που διαθέτει συναφώς ο εθνικός νομοθέτης, τον ως άνω περιορισμό της δυνατότητας εκ των υστέρων (μετά το πέρας της διαδικασίας τελωνισμού) επιβολής συμπληρωματικού τέλους ταξινόμησης στις περιπτώσεις στις οποίες τα κρίσιμα στοιχεία για τον ορθό υπολογισμό της αντίστοιχης τελωνειακής οφειλής προκύπτουν από τα έγγραφα του φακέλου του τελωνισμού του εμπορεύματος, οπότε δεν γεννάται εύλογη εμπιστοσύνη του μέσου επιμελούς φορολογούμενου στη διατήρηση και μη ανατροπή της έννομης κατάστασής του, που διαμορφώθηκε στο πλαίσιο του τελωνισμού αυτού (ad hoc Σ.τ.Ε. 3412/2017 που εκδόθηκε κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος).

 5.Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση από την επανεξέταση των στοιχείων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: ο προσφεύγων κατέθεσε, μέσω του εξουσιοδοτημένου εκτελωνιστή του, την ….. δήλωση ειδικού φόρου κατανάλωσης και λοιπών φορολογιών (ΔΕΦΚ), με σκοπό τον τελωνισμό και την παραλαβή ενός μεταχειρισμένου επιβατικού Ι.Χ. αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής MERCEDES -BENZ, μοντέλο 212, κυβισμού 2.134cc, με αριθμό πλαισίου …….., έτους κυκλοφορίας 2015 και χώρας προέλευσης Γερμανίας. Για τον τελωνισμό αυτό συνυπέβαλε τα απαραίτητα δικαιολογητικά, μεταξύ των οποίων και το ….. έγγραφο δήλωσης με τα είδη εξοπλισμού του υπό τελωνισμό αυτοκινήτου (ειδικό επαληθευτικό δελτίο), προκειμένου να επαληθευτεί η δηλωθείσα φορολογητέα αξία του οχήματος και τα καθοριστικά στοιχεία διαμόρφωσής της, ώστε να πραγματοποιηθεί ο υπολογισμός και η επιβολή του τέλους ταξινόμησης. Σύμφωνα με το ειδικό επαληθευτικό δελτίο, τα καθοριστικά στοιχεία διαμόρφωσης της φορολογητέας αξίας του ανωτέρω αυτοκινήτου υπολογίστηκαν ως εξής 1) βασική τιμή λιανικής 33.983 ευρώ, β)αξία έξτρα εξοπλισμού 9.114 ευρώ, ήτοι σύνολο λιανικής αξίας 43.097 ευρώ και βάσει των στοιχείων αυτών το τέλος ταξινόμησης υπολογίστηκε στο ποσό των 6.164,39 ευρώ, ήτοι σε ποσοστό 48% επί της φορολογητέας αξίας του αυτοκινήτου, ποσού 25.684,95 ευρώ, κατόπιν απομείωσης των εκπτώσεων και απαλλαγής 50%, δυνάμει της παρ.5 του αρ.121 του ν.2960/2001, το οποίο (τέλος) κατέβαλε ο προσφεύγων και στις 21-12-2016 εκδόθηκε και το σχετικό πιστοποιητικό τελωνισμού του οχήματος. Στη συνέχεια, με το …/3-4-2018 έγγραφο της Τελωνειακής Περιφέρειας Θεσσαλονίκης, γνωστοποιήθηκε στο Α΄ Τελωνείο Θεσσαλονίκης, ότι μετά από επανεξέταση των δηλωθέντων στοιχείων από το Τμήμα Δσμολογικών Διαδικασιών, Ειδικών Καθεστώτων και Αξιών σε ορισμένα επαληθευτικά δελτία, μεταξύ των οποίων και το επίδικο, προέκυψε σφάλμα στην αρχικώς προσδιορισθείσα βασική λιανική τιμή των αντίστοιχων μεταχειρισμένων επιβατικών αυτοκινήτων.  Έτσι, η φορολογητέα αξία του ανωτέρω αυτοκινήτου υπολογίστηκε ως εξής 1) βασική τιμή λιανικής 45.569 ευρώ, β)αξία έξτρα εξοπλισμού 13.156,50 ευρώ, ήτοι σύνολο λιανικής αξίας 58.725,50 ευρώ και βάσει των στοιχείων αυτών το τέλος ταξινόμησης υπολογίστηκε στο ποσό των 8.399,81 ευρώ, ήτοι σε ποσοστό 38,40% επί της φορολογητέας αξίας του αυτοκινήτου, ποσού 34.999,22 ευρώ. Με τα δεδομένα αυτά και αφού λήφθηκε υπόψη το με ….απολογητικό υπόμνημα του προσφεύγοντος, επί της …. κλήσης σε ακρόαση που του επιδόθηκε στις 14-3-2019, εκδόθηκε από την Προϊσταμένη του Α΄Τελωνείου Θεσσαλονίκης η προσβαλλόμενη συμπληρωματική πράξη χρέωσης, με την οποία καταλογίστηκε σε βάρος του προσφεύγοντος διαφυγόν  τέλος ταξινόμησης ύψους 2.235,42 ευρώ. 

 6.Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή προσφυγή, ο προσφεύγων προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι η πράξη αυτή είναι μη νόμιμη, καθόσον στηρίζεται στο …/3-4-2018 έγγραφο, του Προϊσταμένου της Τελωνειακής Περιφέρειας Θεσσαλονίκης, που είναι μεταγενέστερο του τελωνισμού και όχι στην ειδική δήλωση φόρου κατανάλωσης και στα επισυναφθέντα στο παραστατικό τελωνισμού έγγραφα, ενώ το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει ότι η συμπληρωματική χρέωση του τέλους ταξινόμησης έγινε ορθά αφού η επίμαχη βεβαίωση δεν αποτελεί νέο στοιχείο που περιήλθε στο τελωνείο μετά τη διαδικασία τελωνισμού, αλλά εκδόθηκε ως ορθή επανεκτίμηση του ήδη υπάρχοντος δικαιολογητικού.

 7.Επειδή, κατόπιν αυτών, και σύμφωνα με τις διατάξεις που προεκτέθηκαν, όπως αυτές ερμηνεύθηκαν σε προηγούμενη σκέψη της παρούσας, το Δικαστήριο λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη του ότι η Τελωνειακή Αρχή, για τον καταλογισμό της ένδικης διαφοράς του τέλους ταξινόμησης, στηρίχθηκε στην με αριθ. …./3-4-2018 βεβαίωση του Προϊσταμένου της Τελωνειακής Περιφέρειας Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε μετά από νέα έρευνα σχετικά με τη βασική λιανική τιμή των αντίστοιχων με το ένδικο όχημα, μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, δηλαδή σε έγγραφο που δεν υπήρχε κατά τον τελωνισμό του οχήματος, αλλά συντάχθηκε μεταγενέστερα, μετά τον τελωνισμό, που έγινε με βάση την αρχικώς εκδοθείσα βεβαίωση και την παράδοση του οχήματος από το Τελωνείο στον προσφεύγοντα, κρίνει ότι μη νόμιμα (πρβλ ΣτΕ 31/1997, 2169/2003, 50/2006), με την …/11-4-2019 καταλογιστική πράξη της Προϊσταμένης του Α΄ Τελωνείου Θεσσαλονίκης, επιβλήθηκε σε βάρος του προσφεύγοντος η ανωτέρω διαφορά του τέλους ταξινόμησης, κατ΄αποδοχή του σχετικού λόγου της προσφυγής και παρελκούσης ως αλυσιτελούς της εξέτασης των λοιπών λόγων αυτής. 

 8.Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω η υπό κρίση προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτή να ακυρωθεί η …/11-4-2019 συμπληρωματική καταλογιστική πράξη της Προϊσταμένης του Α΄ Τελωνείου Θεσσαλονίκης, το καταβληθέν παράβολο να επιστραφεί στον προσφεύγοντα (277 παρ.9 ΚΔΔ) και, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, να απαλλαγεί το καθ΄ού από τη δικαστική δαπάνη του προσφεύγοντος (άρθρο 275 παρ.1 του Κ.Δ.Δ.). 
 

  ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ



Δέχεται την προσφυγή.

Ακυρώνει την ../11-4-2019 συμπληρωματική καταλογιστική πράξη της Προϊσταμένης του Α΄ Τελωνείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον προσφεύγοντα

Απαλλάσσει το καθ΄ού από τη δικαστική δαπάνη.

Η απόφαση δημοσιεύτηκε στη Θεσσαλονίκη σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού στις 14-1-2021 


Θωμάς Καλοκύρης 

Δικηγόρος Παρ’ Εφέταις

Υπ. Διδάκτωρ Νομικής ΑΠΘ


 

FacebookmailFacebookmail