这 Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης, σε υπόθεση που χειρίστηκε επιτυχώς το γραφείο μας, με την υπ’ αριθ. 35/2025 Απόφασή 的, ακύρωσε την κατάσχεση και τον επισπευδόμενο πλειστηριασμό σε βάρος της κατοικίας του ανακόπτοντος – εντολέα μας, δεχόμενο ότι με την επίσπευση του πλειστηριασμού, “μέτρο εξαιρετικής σκληρότητας“, προκαλείται η εντύπωση έντονης αδικίας σε βάρος του σε σχέση με το όφελος του καθ΄ ου αλλοδαπού fund.
To Δικαστήριο έκρινε ότι: “Η προδιαληφθείσα κρίση του Δικαστηρίου περί της καταχρηστικότητας της, δυνάμει της ανακοπτόμενης έκθεσης κατάσχεσης ακινήτου, επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του ανακόπτοντος επιρρώνεται και από το γεγονός ότι το πλειστηριαζόμενο ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία του ανακόπτοντος και της μητέρας του, ήτοι το κέντρο των βιοτικών τους συμφερόντων και συνεπώς, σε περίπτωση ευδοκίμησης του πλειστηριασμού, οι συνέπειες που θα επέλθουν στο πρόσωπο του ανακόπτοντος από την απώλεια του περιουσιακού αυτού αντικειμένου του θα είναι ιδιαίτερα επαχθείς, συγκρινόμενες με τις συνέπειες από τη ματαίωση της ικανοποίησης του δικαιώματος είσπραξης της καθ’ ης. Από τα προαναφερθέντα εξάγεται, επομένως, ασφαλές συμπέρασμα ότι η καθ’ ης η ανακοπή επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση κατά του οφειλέτη – ανακόπτοντος επιλέγοντας μέτρο ιδιαίτερα επαχθές, ευρισκόμενο σε λογική ανακολουθία συγκριτικά με την ωφέλεια από την είσπραξη της απαίτησής της και εντεύθεν υπερβαίνον τα ανεκτά όρια της θυσίας από μέρους της, δεδομένου ότι προέβη σε κατάσχεση για συνολική οφειλή ύψους 32.370,17 ευρώ πλέον τόκων, του ένδικου ακινήτου, εμπορικής αξίας μεγαλύτερης και δη τουλάχιστον 132.975,00 ευρώ (για το ποσοστό 75%) και 197.000 ευρώ για ολόκληρο το ποσοστό κυριότητας 100%, προκαλώντας υπέρμετρη βλάβη σε αυτόν, εφόσον πρόκειται να απωλέσει το ακίνητο που αποτελεί τη μοναδική κατοικία του ιδίου και της μητέρας του, με αποτέλεσμα να είναι έκδηλη η δυσαναλογία μεταξύ του επιλεχθέντος μέσου εκτέλεσης και του επιδιωκόμενου σκοπού” .
Παραστάθηκε η Συνεργάτης του Γραφείου μας, Δήμητρα Κεβοπούλου, Δικηγόρος ΔΣΘ.
Παρατίθεται το επίμαχο απόσπασμα της υπ’ αριθ. 35/2025 Απόφασης του Πρωτοδικείου Κατερίνης
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 53/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ: ΕΙΔΙΚΗ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Κατερίνης Κωνσταντίνα Δαλαμάγκα και το Γραμματέα …..
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την …. 2025, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΟΣ: …… του …….., κατοίκου ……., ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του, Δήμητρας Κεβοπούλου Α.Μ. 13318 Δ.Σ. Θεσσαλονίκης.
ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «……» η οποία εδρεύει ….., επί της οδού ….. αρ. … και ……, με ΑΦΜ …… Δ.Ο.Υ. …, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………» που εδρεύει ……. με αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιρειών ….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, δυνάμει της από …… Σύμβασης Διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων και η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «……..», που εδρεύει στην ….., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιας δικηγόρου της ………
Ο ανακόπτων με την από …. (αριθ. εκθ. καταθ. ……) ανακοπή του που απευθύνεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ζητεί να γίνει αυτή δεκτή. Για τη συζήτηση της παραπάνω ανακοπής ορίσθηκε δικάσιμος με την ως άνω πράξη κατάθεσης η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν στο ακροατήριο,
学习文献之后
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ TO NOMO
Με την υπό κρίση ανακοπή του ο ανακόπτων ζητεί να ακυρωθεί, για τους λόγους που ειδικότερα εκθέτει, η από ….. επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου από το πρώτο απόγραφο εκτελεστό της υπ’ αριθμ. …… διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που του επιδόθηκε στις ……. καθώς και η με αριθμό ………. έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας και το με αριθμό ……… απόσπασμα αυτής, που συντάχθηκαν από το δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Κατερίνης ……… και δυνάμει της οποίας (κατασχετήριας έκθεσης) επιβλήθηκε κατάσχεση σε ακίνητο της συγκυριότητάς του σε ποσοστό 75% εξ’ αδιαιρέτου, που βρίσκεται στο Δήμο …… στη συνοικία «……….», επί της οδού …, στο ΟΤ ….., όπως ειδικότερα περιγράφεται κατά τη θέση και την έκτασή του, για την ικανοποίηση απαίτησης της καθ’ ης εναντίον του ποσού 32.370,17 ευρώ, απαρρέουσα από τη με αριθμό ……… σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου. Ότι, επιπροσθέτως, ορίσθηκε αναγκαστικός πλειστηριασμός του κατασχεθέντος ακινήτου για την ……. Ζητεί, τέλος, να καταδικασθεί η καθ’ ης στα δικαστικά του έξοδα.
Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η υπό κρίση ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ αρμοδίως καθ’ ύλη και κατά τόπο φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 14 και 933 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν μετά την τροποποίησή τους με το Ν. 5134/2024, ΦΕΚ Α΄ 146 με έναρξη ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο 120 παρ. 1 του αυτού νόμου, από τη 16.9.2024), για να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591,614 επ., 937 παρ. 3 ΚΠολΔ). Έχει δε ασκηθεί εμπρόθεσμα, εντός της προθεσμίας του άρθρου 93451 περ. α’ ΚΠολΔ, καθώς δεν έχουν παρέλθει 45 ημέρες από την κατάσχεση (βλ. το νομίμως προσκομιζόμενο από τον ανακόπτοντα αντίγραφο της υπ’ αριθμ. …….. έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου και την επ’ αυτού επισημείωση του δικαστικού επιμελητή …… περί επίδοσης στον καθού η εκτέλεση – ανακόπτοντα στις ….., σε συνδυασμό με τη νομίμως προσκομιζόμενη από τον ανακόπτοντα με αριθμό ……… έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ……..). Επομένως, πρέπει η υπό κρίση ανακοπή να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116, 933 ΚΠολΔ. και 25 του Συντάγματος προκύπτει ότι η πραγμάτωση με αναγκαστική εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος δημοσίου δικαίου και, συνεπώς, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδόμενης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Τούτο διότι η αναγκαστική εκτέλεση αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένη μορφή έννομης προστασίας για την παροχή της οποίας προσβάλλονται επίσης συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα του οφειλέτη, καθόσον στη στάθμιση των αγαθών που επιχειρεί ο νομοθέτης κρίνει αναγκαία και προέχουσα την ικανοποίηση του δανειστή. Από την άλλη, όμως, πλευρά, τα μέτρα εκτέλεσης θα πρέπει να υπόκεινται σε έλεγχο με βάση την αρχή της αναλογικότητας, η οποία απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 25 του Συντάγματος. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (βλ. ΟλΑΠ 8/2018. ΟΛΑΠ 17/1995, ΑΠ 1519/2017, ΑΠ 2045/2014, ΑΠ. 1627/2012, όλες δημοσιευμένες στην τνπ. Νόμος) Προκειμένου δε να κριθεί αν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει αντικειμενική υπέρβαση των προαναφερομένων ορίων συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του ασκούντος το δικαίωμα, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς (ΑΠ 119/2016, Νόμος). Η καταχρηστική συμπεριφορά του φορέα του δικαιώματος εμφανίζεται υπό διάφορες μορφές, όπως με την ύπαρξη δυσαναλογίας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου εκτέλεσης και του επιδιωκόμενου σκοπού, με την άσκηση δικονομικού δικαιώματος κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη, δηλαδή όταν η συμπεριφορά του φορέα του δικαιώματος ωθείται από κακοβουλία, με αποκλειστικό σκοπό τη βλάβη του άλλου ή όταν η πράξη της εκτέλεσης υπερβαίνει τα όρια της θυσίας του Εξάλλου, για να χαρακτηριστεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική απαιτείται οι πράξεις του υπόχρεου και η δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου. Το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του. Εξάλλου, η αρχή της αναλογικότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 25§3 του Συντάγματος θέτει όρια τα οποία απαγορεύουν τη χρήση μέσων εκτέλεσης, άρα και την επιχείρηση των σχετικών πράξεων εκτέλεσης, όταν τα μέσα αυτά δεν είναι κατάλληλα για να επιτύχουν τον σκοπό της εκτελεστικής διαδικασίας αρχή της καταλληλότητας), όταν δεν είναι αναγκαία επειδή υπάρχει άλλα ηπιότερο μέσο (αρχή της αναγκαιότητας ή του ηπιότερου μέσους και τρίτον, όταν προκαλούν ζημία που είναι δυσανάλογα μεγάλη και επιβαρυντική για τον θιγόμενο, γιατί τα ωφελήματα που επιδιώκει ο επισπεύδων με τις πράξεις εκτέλεσης δεν βρίσκονται σε αρμόζουσα λογική ακολουθία με τις αρνητικές επιπτώσεις του για τον καθ’ ου η εκτέλεση (αρχή αναλογικότητας υπό στενή έννοια – βλ. ΟλΑΠ 43/2005, Νόμος). Ειδικότερα, εκτός της ρητά προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 951§2 ΚΠολΔ μη αναγκαίας επέκτασης της κατάσχεσης σε περισσότερα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη από όσα απαιτούνται, καταχρηστική μπορεί να κριθεί η κατάσχεση και υπό άλλες προϋποθέσεις. Έτσι, οι πράξεις κατάσχεσης και πλειστηριασμού περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη παραβιάζουν την αρχή της αναγκαιότητας ή του ηπιότερου μέσου, όταν η αξίωση του δανειστή είναι δυνατόν να ικανοποιηθεί με άλλο μέσα ασυγκρίτως ηπιότερο για τον οφειλέτη, όπως με κατάσχεση άλλων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, η αξία των οποίων είναι μικρότερη του αρχικά κατασχεθέντος στοιχείου, αξία, βέβαια, που καλύπτει την αξίωση του δανειστή και των τυχόν έτερων δανειστών που προβλέπεται ότι θα αναγγελθούν, οπότε η επιδίωξη ικανοποίησης αυτής με κατάσχεση περιουσιακού στοιχείου δυσανάλογης αξίας με την απαίτηση και με ζημία του οφειλέτη είναι άκυρη ως καταχρηστική, ενώ οι πράξεις κατάσχεσης και πλειστηριασμού περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας υπό στενή έννοια, όταν εμφανίζονται ως μέτρα εξαιρετικής σκληρότητας για το συγκεκριμένο οφειλέτη, τα οποία υπερβαίνουν τα ανεκτά άρια της θυσίας του, ενώ ταυτόχρονα η απαίτηση που εκτελείται είναι μικρής αξίας και συνεπώς, έκδηλη η μεγάλη δυσαναλογία μεταξύ του μέσου εκτέλεσης και του σκοπού για τον οποίον αυτό επιβάλλεται, ιδίως όταν το κατασχεθέν, εν γνώσει του κατάσχοντος, τυγχάνει ουσιώδες στοιχείο για την επιβίωση του οφειλέτη, όπως στην περίπτωση που αποτελεί τη μοναδική κατοικία του ίδιου και της οικογένειάς του (Μάζης σε Κεραμέα – Κονδύλη Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, υπό άρθρο 951, σελ. 341, βλ. για τα ανωτέρω και ΑΠ 431/1981, NoB 1982, 413, ΕφΑνΚρης 108/2023, ΕφΠατρ 444/2022, ΕφΑθ 2634/2022, ΕφΑθ 3773/2021, όλες δημοσιευμένες στη Νόμος). Μάλιστα η ακυρότητα των εν λόγω πράξεων εκτέλεσης επέρχεται έστω και αν δεν υπάρχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, τα οποία θα μπορούσαν να κατασχεθούν (ΑΠ 2069/2007, Νόμος).
Με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της κρινόμενης ανακοπής του, οι οποίοι πρέπει να εξεταστούν μαζί λόγω της συνάφειά τους, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη με αριθμό ……… έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κατερίνης ……, καθώς και το σχετικώς συνταχθέν απόσπασμα αυτής, διότι με την επιχειρούμενη σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση παραβιάζονται οι διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 3 και 4 του Συντάγματος και η δι’ αυτών θεσπιζόμενη αρχή της αναλογικότητας, η δε προσβαλλόμενη πράξη της αναγκαστικής κατάσχεσης είναι αντίθετη με τα ακραία αξιολογικά όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καθόσον α) η απαίτηση της καθ’ ης η ανακοπή, προς ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η προκείμενη αναγκαστική εκτέλεση ανέρχεται στο ποσό των 32.370,17 ευρώ, ενώ η αξία του ακινήτου του η οποία κατασχέθηκε αναγκαστικά εκτιμήθηκε στο ποσό των 132.975 ευρώ (για το ποσοστό του 75% εξ’ αδιαιρέτου) και στο ποσό των 197.000 ευρώ για ολόκληρο το ποσοστό 100% του ακινήτου, με αποτέλεσμα να υφίσταται εν προκειμένω προφανής δυσαναλογία επιβαλλόμενου μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης και επιδιωκόμενου σκοπού και β) αν και ο ίδιος υπέβαλε ηλεκτρονική αίτηση για υπαγωγή του στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών Ν. 4738/2020, η οποία έλαβε αριθμό ….., στη δε ανοιγείσα συλλογική διαδικασία ρύθμισης των χρεών του μετείχε η καθ’ ής για την εναντίον του ένδικη απαίτηση, εντούτοις, η τελευταία αρνήθηκε να προβεί σε οποιαδήποτε πρόταση διακανονισμού. Ότι η άσκηση του δικαιώματος της καθ’ ης η ανακοπή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που χαράσσουν η καλή πίστη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, με αποτέλεσμα να καθίσταται αυτή καταχρηστική, αφού αποτελεί μέτρο εξαιρετικής σκληρότητας για τον ανακόπτοντα, η διενέργεια δε του επισπευδόμενου ηλεκτρονικού αναγκαστικού πλειστηριασμού θα επιφέρει σε αυτόν δυσανάλογη και μη αναστρέψιμη βλάβη. Με το προπαρατεθέν περιεχόμενο, ο ως άνω λόγος της ανακοπής κατά το πρώτο σκέλος της είναι επαρκώς ορισμένος και νόμιμος, στηριζόμενος στις προμνημονευθείσες διατάξεις και πρέπει να εξετασθεί, περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα, ενώ ως προς το δεύτερο σκέλος του (υπό στοιχείο β’) είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι και αληθή υποτιθέμενα τα εκτιθέμενα εκ μέρους του ανακόπτοντος, πραγματικά περιστατικά, η περιγραφόμενη συμπεριφορά της καθ’ ης δεν υπερβαίνει προφανώς και από μόνη της, άνευ συνδρομής άλλων ειδικών περιστάσεων, τα άρια της καλής πίστης, των συναλλακτικών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του εν λόγω δικαιώματος, καθόσον η άρνησή της να συμφωνήσει σε ρύθμιση της οφειλής του ανακόπτοντος δεν καθιστά καταχρηστική, υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, την άσκηση του δικαιώματός της, η δε απόφαση της αυτή εντάσσεται, καταρχήν, στο πλαίσιο της αναμενόμενης περιφρούρησης της περιουσίας της, να επιδιώξει την άμεση είσπραξη της απαίτησής της, επισπεύδοντας και συνεχίζοντας την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του (με τον πλειστηριασμό του κατασχεθέντος ακινήτου του), το οποίο αποτελεί νόμιμο δικαίωμά της συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας της, τον τρόπο της οποίας μόνο αυτή μπορεί να αποφασίζει, έστω και αν η άσκηση του δικαιώματός της αυτού επιφέρει βλάβη στον ανακόπτοντα, αφού μόνο το γεγονός αυτό δεν αρκεί προκειμένου να στοιχειοθετήσει κατάχρηση στην άσκησή του, η οποία δεν πιθανολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφα της κρινόμενης ανακοπής
Από όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, λαμβανόμενα υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα κατωτέρω, χωρίς ωστόσο να παραλείπεται κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά Κατόπιν της από ……. αίτησης της αρχικής δικαιοπαρόχου της καθ’ ης η ανακοπή «…….», εκδόθηκε η με αριθμό …… διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας ο ανακόπτων υποχρεώθηκε να καταβάλει στην αιτούσα Τράπεζα το ποσό των 31.325.87 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους, καθώς και ποσό 952,30 ευρώ για δικαστική δαπάνη, προς ικανοποίηση απαίτησής της, απορρέουσας από τη με αριθμό ………. σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου που συνήφθη μεταξύ του ανακόπτοντος και της ως άνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, η οποία μεταβίβασε, ακολούθως, την απαίτησή της αυτή κατά του ανακόπτοντας στην αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία «……» διαχειρίστρια της οποίας κατέστη η καθ’ ής η ανακοπή «………». Στις …….. η καθ’ ης η ανακοπή, υπό την ανωτέρω ιδιότητά της, επέδωσε στον ανακόπτοντα αντίγραφα του με αριθμό …….. Α’ εκτελεστού απογράφου της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής μετά της από ……….. επιταγής προς πληρωμή, με την οποία τον διέταξε να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 32.370,17 ευρώ, αναλυόμενο στο ως άνω ποσό των 31.325,87 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαια, στα ως άνω ποσό των 952,30 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, στο ποσό των 92,00 για έκδοση αντιγράφου του απογράφου και σύνταξη της επιταγής καθώς και στα έξοδα και αμοιβή του δικαστικού επιμελητή για την επίδοση της επιταγής, όπως αυτά προβλέπονται στην υπ’ αριθμ. 21798/11.3.2016 απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων – Οικονομικών (ΦΕΚ Β΄ 709/16-3-2016). Ακολούθως, με επίσπευση της καθ’ ης η ανακοπή, δυνάμει της προσβαλλόμενης με αριθμό ………. έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κατερίνης ………, επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητα που ανήκει στη συγκυριότητα του ανακόπτοντος και συγκεκριμένα, επί του δικαιώματος συγκυριότητάς του σε ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, με ΚΑΕΚ ………, εμβαδού 110 τ.μ. και μετά από ρυμοτόμηση τμήματος αυτού 410 τ.μ. και μετά από ακριβέστερη καταμέτρηση εκτάσεως 389,72 τ.μ., μετά της εντός αυτού διώροφης κατοικίας (μεζονέτας) συνολικού εμβαδού 217,40 τ.μ. καθώς και πάντων των συστατικιών, παραρτημάτων, προσαυξημάτων, παρακολουθημάτων του και μετά πασών εν γένει των κτιριακών εγκαταστάσεών του, υφισταμένων και μελλοντικών, που βρίσκεται στην Κοινότητα και Δημοτική Ενότητα …….., του Δήμου ………, της Περιφερειακής Ενότητας …….., της Περιφέρειας …….. και ειδικότερα στη συνοικία «………», επί της οδού …….., στο ΟΤ …….. Με την ίδια έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ορίσθηκε για το εν λόγω ακίνητοι στις ………, ημέρα ….. και ώρα 10:00 π.μ. έως 12:00 μ.μ. αναγκαστικός πλειστηριασμός με ηλεκτρονικά μέσα, ενώπιον του πιστοποιημένου συμβολαιογράφου Κατερίνης ……… ή σε περίπτωση κωλύματός του ενώπιον του νόμιμου αναπληρωτή του. Ως τιμή εκτίμησης της αξίας του ανωτέρω ακινήτου ορίσθηκε, για το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας σε ποσοστό 100%, το ποσό των 197.000 ευρώ και για το δικαίωμα της κυριότητας σε ποσοστό 75% εξ’ αδιαιρέτου του ανακόπτοντος το ποσό των 132.975 ευρώ, το οποίο ορίσθηκε και ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό του ίδιου ακινήτου (βλ. 17ο σελ. της ως άνω έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης). Για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου ο συντάξας την ανακοπτόμενη κατασχετήρια έκθεση δικαστικός επιμελητής έλαβε υπόψη του τη σχετική έκθεση εκτίμησης εμπορικής αξίας ακινήτου της ειδικότερα αναφερόμενης πιστοποιημένης εταιρίας εκτίμησης ακινήτων. Ακολούθως, ο προαναφερθείς δικαστικός επιμελητής συνέταξε και το με αριθμό ……….. απόσπασμα της ως άνω έκθεσης κατάσχεσης ακινήτου.
Από τα προαναφερθέντα και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 116 ΚΠολΔ και 281 ΑΚ, ερμηνευόμενων και με βάση τη θεμελιώδη αρχή της αναλογικότητας. κρίνεται ότι η προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας είναι άκυρη ως καταχρηστική, ήτοι ως αντιβαίνουσα στα χρηστά συναλλακτικά ήθη, στους κανόνες ηθικής συμπεριφοράς που επικρατούν στο πλαίσιο της σύγχρονης ελληνικής έννομης τάξης, αλλά και την αντικειμενική καλή πίστη, δηλαδή την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές. Τούτο δε διότι, βάσει της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης, η θυσία που απαιτείται από την πλευρά του ανακόπτοντος οφειλέτη, ήτοι η απώλεια περιουσιακού αντικειμένου αξίας 132.975 ευρώ, όπως αυτή προσδιορίσθηκε από την πλευρά της καθ’ ης για τις ανάγκες της επισπευδόμενης από την ίδια αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του, είναι δυσανάλογα μεγάλη, για την ικανοποίηση απαίτησής της, ποσού 32.370,17 ευρώ, η οποία συγκριτικά με αυτή, τυγχάνει δυσανάλογα μικρή. Τούτων δοθέντων, το γεγονός ότι η αξία του ανωτέρω ακινήτου συνιδιοκτησίας του ανακόπτοντος, που εκτίθεται στον προαναφερόμενο πλειστηριασμό, όπως καθορίσθηκε στην προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση, είναι περίπου τέσσερις φορές μεγαλύτερη από το ύψος της απαίτησης της καθ’ ης η ανακοπή, αποτελεί περίσταση που καθιστά την εκ μέρους της τελευταίας άσκηση του δικαιώματός της μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις και ιδέες του μέσου κοινωνικού και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου. Επιπροσθέτως, η ίδια αρκούντως μεγάλη διαφορά μεταξύ της αξίας (τιμής εκτίμησης – τιμής πρώτης προσφοράς) του ανωτέρω ακινήτου, που εκτίθεται στον προαναφερόμενο πλειστηριασμό και της απαίτησης της καθ’ ης έχει ως συνέπεια να υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου εκτέλεσης και του επιδιωκόμενου σκοπού, καθόσον η εκ μέρους της καθ’ ης η ανακοπή δανείστριας αναγκαστική εκτέλεση υπερβαίνει τα όρια της θυσίας του ανακόπτοντος οφειλέτη. Συνεπώς, με την επίσπευση του προαναφερόμενου πλειστηριασμού προκαλείται η εντύπωση έντονης αδικίας σε βάρος του ανακόπτοντος (υπόχρεου) σε σχέση με το όφελος της δικαιούχου καθ’ ης η ανακοπή, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν αμέσως παραπάνω στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας. Η προδιαληφθείσα κρίση του Δικαστηρίου περί της καταχρηστικότητας της, δυνάμει της ανακοπτόμενης έκθεσης κατάσχεσης ακινήτου, επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του ανακόπτοντος επιρρώνεται και από το γεγονός ότι το πλειστηριαζόμενο ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία του ανακόπτοντος και της μητέρας του, ήτοι το κέντρο των βιοτικών τους συμφερόντων και συνεπώς, σε περίπτωση ευδοκίμησης του πλειστηριασμού, οι συνέπειες που θα επέλθουν στο πρόσωπο του ανακόπτοντος από την απώλεια του περιουσιακού αυτού αντικειμένου του θα είναι ιδιαίτερα επαχθείς, συγκρινόμενες με τις συνέπειες από τη ματαίωση της ικανοποίησης του δικαιώματος είσπραξης της καθ’ ης. Από τα προαναφερθέντα εξάγεται, επομένως, ασφαλές συμπέρασμα ότι η καθ’ ης η ανακοπή επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση κατά του οφειλέτη – ανακόπτοντος επιλέγοντας μέτρο ιδιαίτερα επαχθές, ευρισκόμενο σε λογική ανακολουθία συγκριτικά με την ωφέλεια από την είσπραξη της απαίτησής της και εντεύθεν υπερβαίνον τα ανεκτά όρια της θυσίας από μέρους της, δεδομένου ότι προέβη σε κατάσχεση για συνολική οφειλή ύψους 32.370,17 ευρώ πλέον τόκων, του ένδικου ακινήτου, εμπορικής αξίας μεγαλύτερης και δη τουλάχιστον 132.975,00 ευρώ (για το ποσοστό 75%) και 197.000 ευρώ για ολόκληρο το ποσοστό κυριότητας 100%, προκαλώντας υπέρμετρη βλάβη σε αυτόν, εφόσον πρόκειται να απωλέσει το ακίνητο που αποτελεί τη μοναδική κατοικία του ιδίου και της μητέρας του, με αποτέλεσμα να είναι έκδηλη η δυσαναλογία μεταξύ του επιλεχθέντος μέσου εκτέλεσης και του επιδιωκόμενου σκοπού.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της κρινόμενης ανακοπής και ως ουσιαστικά βάσιμος και να ακυρωθεί η με αριθμό ………. έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κατερίνης …….., μετά του με αριθμό ……. αποσπάσματος αυτής, δυνάμει της οποίας επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του ανακόπτοντος. [….]
[…] ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι στο σκεπτικό κρίθηκε απορριπτέο.
公认 εν μέρει την ανακοπή.
ΑΚΥΡΩΝΕΙ τη με αριθμό ……. έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας και το με αριθμό …….. απόσπασμα αυτής, που συντάχθηκαν από το δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Κατερίνης ………
谴责 την καθ’ ης η ανακοπή σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ανακόπτοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300.00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Κατερίνη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήρια του Μονομελούς Πρωτοδικείου, στις ………., χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
托马斯·斯蒂芬.夏天
MDE律师