Η επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών σύνταξης δεν είναι νόμιμη, όταν επιφέρει δυσμενείς για τη διαβίωση συνέπειες – η υπ’ αριθ. 7294/2020 Απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης

Ακολουθεί η υπ’ αριθ. 7294/2020 Απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επί υποθέσεως που χειρίστηκε επιτυχώς το γραφείο μας, η οποία δικαίωσε προσφεύγουσα συνταξιούχο κρίνοντας ότι η επιστροφή στον ΕΦΚΑ  αχρεωστήτως ληφθέντων ποσών σύνταξης δεν είναι νόμιμη, καθ’ ερμηνεία της οικείας γενικής αρχής του κοινωνικοασφαλιστικού δικαίου, καθότι δύναται να επιφέρει,  απρόβλεπτες και δυσμενείς για τη διαβίωσή της συνέπειες. 

Το κείμενο της Απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης:


Αριθμός Aπόφασης: 7294/2020

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΜΗΜΑ Ε΄

Μ Ο Ν Ο Μ Ε Λ Ε Σ 


      Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Φεβρουαρίου 2020, με δικαστή τη Στέλλα Πάντζαλη, Πρωτοδίκη Δ.Δ., και γραμματέα την Ανατολή Χαζαρίδου, δικαστική υπάλληλο. Για να δικάσει την προσφυγή με ημερομηνία κατάθεσης 24.4.2019 (αρ. καταχώρησης ΠΡ2470/2019).

Της ….., κατοίκου Θεσσαλονίκης (οδός …..), η οποία παραστάθηκε με την από 10.2.2020 δήλωση (κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 ΚΔΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 2915/2001) του πληρεξούσιου δικηγόρου της Θωμά Καλοκύρη.

Κατά του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.)» που εκπροσωπείται από τον Διοικητή του και παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου του ….

Κατά τη συζήτηση ο διάδικος που παραστάθηκε στο ακροατήριο ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά. Η κρίση του Δικαστηρίου είναι η εξής:

1. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, για την οποία καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. το από 24.4.2019 αποδεικτικό καταβολής, στην Τράπεζα Πειραιώς, του ποσού του εκδοθέντος ηλεκτρονικού παραβόλου με κωδικό πληρωμής 269724594959 0610 0067), ζητείται, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου της, η ακύρωση της υπ’ αριθμ. 59/συν. 6/28.1.2019 απόφασης της Α΄ Τ.Δ.Ε. του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Μισθωτών Θεσσαλονίκης του Ε.Φ.Κ.Α., κατά το μέρος της με το οποίο απορρίφθηκε η υπ’ αριθμ. 57672/22.5.2017 ένσταση της προσφεύγουσας συνταξιούχου κατά της υπ’ αριθμ. 4756/26.4.2017 απόφασης του Διευθυντή του ίδιου Υποκαταστήματος και ορίστηκε ότι η προσφεύγουσα υποχρεούνταν να επιστρέψει στον Ε.Φ.Κ.Α. τα ποσά της σύνταξης που είχαν καταβληθεί σε αυτήν αχρεωστήτως κατά το χρονικό διάστημα από 26.4.2012 και εφεξής. Εξάλλου, η υπ’ αριθμ. 4036/26.3.2019 απόφαση του Διευθυντή Συντάξεων του ίδιου Υποκαταστήματος, κατά της οποίας επίσης στρέφεται η κρινόμενη προσφυγή, έχει εκδοθεί, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, σε εκτέλεση της εν λόγω απόφασης της Τ.Δ.Ε. και επαναλαμβάνει το διατακτικό της, στερείται, ως εκ τούτου, εκτελεστότητας και δεν προσβάλλεται παραδεκτώς με προσφυγή. Η κρινόμενη προσφυγή, η οποία εισάγεται αρμοδίως στο Δικαστήριο αυτό και ασκείται παραδεκτώς κατά της ως άνω απόφασης της Τ.Δ.Ε., πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία.

2. Επειδή, το άρθρο 40 παρ. 4 του α.ν. 1846/1951 «Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων» (Α΄ 179) ορίζει ότι : «Πάσα παροχή εις χρήμα αχρεωστήτως καταβληθείσα υπό του Ι.Κ.Α.ως και η αξία των εις είδος τοιούτων, … επιστρέφονται εντόκως προς 5% αναζητούνται δε κατά τας διατάξεις περί αναγκαστικής εισπράξεως των καθυστερουμένων εισφορών του Ιδρύματος. …». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, κάθε παροχή που καταβλήθηκε αχρεωστήτως από το Ι.Κ.Α. επιστρέφεται σε αυτό εντόκως. Ωστόσο, όπως έχει κριθεί, αντίκειται στην αρχή της χρηστής διοίκησης, γενική αρχή που ισχύει και στο δίκαιο της κοινωνικής ασφάλισης, η αναζήτηση από τον ασφαλιστικό οργανισμό περιοδικών ασφαλιστικών παροχών μετά την πάροδο εύλογου χρόνου από την είσπραξή τους, αν οι παροχές έχουν μεν καταβληθεί αχρεωστήτως από τον ασφαλιστικό οργανισμό, ο ασφαλισμένος, όμως, έχει εισπράξει αυτές καλοπίστως. Η αναζήτηση των παροχών αυτών επιτρέπεται, εφόσον κριθεί ότι αυτός που έχει εισπράξει τα αναζητούμενα ποσά τελούσε κατά την είσπραξή τους σε δόλο έναντι του οργανισμού. Η κρίση δε περί της συνδρομής του δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς (ΣτΕ 2354/2015, 478/2011, ΣτΕ 154/2008, 819/2007, 2010/2006). Ως δόλια ενέργεια του ασφαλισμένου νοείται και η εκ μέρους του αποσιώπηση ουσιώδους πραγματικού γεγονότος, που δικαιολογεί τη διακοπή της περαιτέρω καταβολής των χορηγούμενων παροχών (ΣτΕ 3146/2017, 1318/2014, 3587/2011, 1835/2007). Εξάλλου, επιβάλλεται η αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, αν το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της είσπραξης και της αναζήτησης είναι μικρό, εκτός εάν αυτός που έχει εισπράξει, παρανόμως, πλην καλοπίστως, τις χρηματικές ασφαλιστικές παροχές, επικαλεστεί και αποδείξει ότι η επιστροφή τους θα επιφέρει σε βάρος του απρόβλεπτες και δυσμενείς για τη διαβίωσή του συνέπειες (ΣτΕ 928/2009, 153/2008, 525/2006).
      3. Επειδή, ακολούθως, με το άρθρο 103 του ν. 4387/2016 (Α΄ 85) ρυθμίστηκε εκ νέου το ζήτημα της επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθεισών από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. παροχών, ως εξής: «1. Κάθε παροχή που έχει καταβληθεί από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ αχρεώστητα, επιστρέφεται ανεξαρτήτως υπαιτιότητας του λαβόντος και αναζητείται, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΕΔΕ. Σε περίπτωση υπαιτιότητάς του αναζητείται εντόκως, με επιτόκιο 3%. Παράλληλα με την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, επιτρέπεται συμψηφισμός οποιασδήποτε οφειλής προς το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με το σύνολο των χορηγούμενων παροχών, που τυχόν δικαιούται ο οφειλέτης. Ο συμψηφισμός πραγματοποιείται σε μηνιαίες δόσεις, το ύψος καθεμίας από τις οποίες δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1/3 του μεικτού ποσού που αντιστοιχεί στις χορηγούμενες παροχές, ή εφάπαξ, εφόσον το συνολικό ποσό της οφειλής δεν υπερβαίνει το 1/3 του ποσού που αντιστοιχεί στις χορηγούμενες παροχές. Ο καταλογισμός και ο τυχόν διενεργούμενος συμψηφισμός εκτελείται με απόφαση του Διευθυντή του αρμοδίου Υποκαταστήματος. 2…». Οι νέες αυτές διατάξεις, οι οποίες ελάχιστα διαφοροποιούνται από τις προγενέστερες, ισχύουν και εφαρμόζονται κατά την αναζήτηση από τον Ε.Φ.Κ.Α. των αχρεωστήτως καταβληθεισών, είτε από τον εν λόγω Φορέα είτε από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., παροχών, υπό την επιφύλαξη των ανωτέρω κανόνων που απορρέουν από την αρχή της χρηστής διοίκησης, όπως έχει παγίως ερμηνευθεί νομολογιακά (βλ. προηγούμενη σκέψη). 
      4. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από  τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην προσφεύγουσα, που γεννήθηκε το έτος 1949, απονεμήθηκε μειωμένη σύνταξη λόγω γήρατος από 16.8.2005, με την υπ’ αριθμ. 26098/8.11.2005 απόφαση του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., κατά τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1971 «περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας» (EE L 149 της 5.7.1971), με βάση τον συνολικό χρόνο ασφάλισής της στο Ι.Κ.Α. και με τον συνυπολογισμό του χρόνου ασφάλισης που είχε πραγματοποιήσει σε κυπριακό ασφαλιστικό φορέα. Στη συνέχεια, η ως άνω απόφαση τροποποιήθηκε εν μέρει, με την υπ’ αριθμ. 4756/26.4.2017 απόφαση του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Μισθωτών Θεσσαλονίκης του Ε.Φ.Κ.Α., με την οποία καθορίστηκε εκ νέου το ποσό της καταβλητέας στην προσφεύγουσα σύνταξης -σε 231,54 ευρώ από 16.8.2005 και σε 263,22 ευρώ από 21.6.2011 και εφεξής- μετά από τον επανυπολογισμό του, με βάση τα οριζόμενα στην 41/2011 εγκύκλιο του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., που επέβαλε εν προκειμένω τον προσδιορισμό του «θεωρητικού» ποσού της σύνταξης (σύμφωνα με τον ως άνω Κανονισμό) μετά από σύγκριση αυτού που προέκυπτε με βάση τον συνολικό χρόνο ασφάλισης και του προσαυξημένου κατώτατου ορίου ποσού σύνταξης που προέκυπτε με βάση μόνο τις ημέρες ασφάλισης που είχαν διανυθεί στον εθνικό φορέα, καθώς η προσφεύγουσα δεν θεμελίωνε αυτοτελές δικαίωμα συνταξιοδότησης έναντι του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Με την ίδια απόφαση, αφού αναγνωρίστηκε ότι τα επιπλέον καταβληθέντα στην προσφεύγουσα ποσά ήταν αχρεώστητα, πλην όμως είχαν εισπραχθεί καλοπίστως από αυτήν, παραγγέλθηκε ο συμψηφισμός κάθε ποσού σύνταξης που είχε καταβληθεί από 16.8.2005 και εφεξής, καθώς και ο υπολογισμός των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών σύνταξης από 21.6.2011 (ημερομηνία έκδοσης της εγκυκλίου) και εφεξής, ο άτοκος καταλογισμός των ποσών αυτών σε βάρος της προσφεύγουσας, κατ’ άρθρο 103 του ν. 4387/2016, και η επιστροφή τους είτε εφάπαξ είτε με παρακράτηση από το ποσό της μηνιαίας σύνταξής της, σε ποσοστό έως το 1/4 αυτής, κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. Κατά της εν λόγω απόφασης η προσφεύγουσα άσκησε την υπ’ αριθμ. 57672/22.5.2017 ένστασή της ενώπιον της Τ.Δ.Ε. του ίδιου Υποκαταστήματος, κατά την εκδίκαση της οποίας παραστάθηκε αυτοπροσώπως, μετά της θυγατέρας της …. υποστηρίζοντας ότι δεν γνώριζε τον λόγο της μείωσης της σύνταξής της και της παρακράτησης τμήματος του ποσού αυτής, καθώς και ότι εισέπραττε καλόπιστα τη σύνταξη που της χορηγούνταν. Η ένστασή της έγινε εν μέρει δεκτή με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 59/συν. 6/28.1.2019 απόφαση της Α΄ Τ.Δ.Ε. του ως άνω Υποκαταστήματος και ακυρώθηκε η ένδικη απόφαση του Διευθυντή, κατά το μέρος της που αφορούσε τον καταλογισμό σε βάρος της προσφεύγουσας των αχρεωστήτως καταβληθέντων σε αυτήν ποσών σύνταξης για το χρονικό διάστημα από 21.6.2011 έως 25.4.2012, καθόσον κρίθηκε ότι η προσφεύγουσα δεν είχε δόλο κατά την είσπραξη των επιπλέον ποσών της σύνταξής της, οπότε η αναζήτηση των ποσών αυτών για χρονικό διάστημα που υπερέβαινε τον εύλογο χρόνο της πενταετίας (που αποτελεί, κατά κανόνα, τον εύλογο χρόνο εντός του οποίου είναι επιτρεπτή η ανάκληση των παράνομων διοικητικών πράξεων) πριν από την έκδοση της καταλογιστικής απόφασης, δεν ήταν επιτρεπτή, σύμφωνα με την αρχή της χρηστής διοίκησης. Αντιθέτως, η Τ.Δ.Ε. αποφάνθηκε ότι η προσφεύγουσα υποχρεούνταν να επιστρέψει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα σε αυτήν ποσά για το χρονικό διάστημα από 26.4.2012 και εφεξής, καθόσον η αναζήτησή τους γινόταν εντός του εύλογου χρόνου και δεν προέκυπτε ότι η επιστροφή τους θα είχε απρόβλεπτες δυσμενείς συνέπειες για τη διαβίωσή της. 
      5. Επειδή, η προσφεύγουσα αμφισβητεί με την κρινόμενη προσφυγή της, όπως αναπτύσσεται με το νομοτύπως κατατεθέν υπόμνημά της, τη νομιμότητα της ανωτέρω απόφασης της Τ.Δ.Ε., κατά το προσβαλλόμενο κεφάλαιό της, και ζητεί την ακύρωσή της κατά το κεφάλαιο αυτό, προβάλλοντας ότι η αναζήτηση των ποσών της σύνταξης που θεωρήθηκε, βάσει της προαναφερθείσας εγκυκλίου του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ότι είχαν καταβληθεί αχρεωστήτως σε αυτήν, είναι αντίθετη στις αρχές της χρηστής διοίκησης, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου και της αναλογικότητας, καθώς η ίδια ήταν καλόπιστη κατά τη λήψη των ποσών αυτών και της είχε δημιουργηθεί η εύλογη πεποίθηση ότι το ποσό της σύνταξης που είχε υπολογιστεί εξαρχής ήταν το ορθό και το νόμιμο, αδυνατούσε, ως εκ τούτου, να προβλέψει ότι ελάμβανε ποσά επιπλέον αυτών που δικαιούνταν, τα οποία θα όφειλε, μετά την πάροδο μακρού χρόνου από την είσπραξη και την ανάλωσή τους για τις καθημερινές της ανάγκες διαβίωσης, να επιστρέψει στον ασφαλιστικό οργανισμό. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι βιοπορίζεται αποκλειστικά από τις συντάξεις που λαμβάνει, τη μειωμένη σύνταξη λόγω γήρατος, η οποία ανέρχεται πλέον, λόγω της παρακράτησης από τον Ε.Φ.Κ.Α. του ποσού των 61,83 ευρώ μηνιαίως έναντι της οφειλής της από το καταλογισθέν ποσό, στο μηναίο ποσό των 179,52 ευρώ, και τη σύνταξη λόγω θανάτου του συζύγου της, που ανέρχεται στο ποσό των 365 ευρώ περίπου ανά μήνα, εξ αυτών δε συνάγει ότι η υποχρέωση επιστροφής του καταλογισθέντος ποσού κλονίζει σοβαρά την οικονομική της κατάσταση, η οποία ήταν ήδη δυσχερής, καθώς αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις δαπάνες διαβίωσής της, αυξημένες λόγω της ηλικίας της (70 ετών) και των προβλημάτων υγείας της, και να αποπληρώσει, ως κληρονόμος, τις οφειλές που είχε δημιουργήσει ο σύζυγός της σε τράπεζες πριν από τον θάνατό του, καθιστώντας βέβαιο τον οικονομικό της αφανισμό και θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο την επιβίωσή της, προσβάλλοντας κατά τον τρόπο αυτό την αξιοπρέπειά της. Συναφώς, διατείνεται ότι, ως συνέπεια της αναζήτησης του επίμαχου ποσού, με την παρακράτηση τμήματος της χαμηλής σύνταξής της, στερείται τα στοιχειώδη μέσα διαβίωσης, δεδομένου ότι τελεί σε πλήρη αδυναμία, λόγω της ηλικίας της, να εξεύρει νέους πόρους προκειμένου να συμπληρώσει το εισόδημά της, ενώ επισημαίνει ότι η σύνταξη, η οποία παρέχεται με σκοπό τον βιοπορισμό, προστατεύεται έναντι της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, σύμφωνα με το άρθρο 31 του Κ.Ε.Δ.Ε., όχι μόνο κατά το ποσοστό των 3/4 αυτής, αλλά και έως του ποσού των 1.000 ευρώ. Προς επιβεβαίωση των ανωτέρω ισχυρισμών της η προσφεύγουσα επικαλείται και προσκομίζει (σε αντίγραφα): α) την υποβληθείσα δήλωση και την πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου του φορολογικού έτους 2018, σύμφωνα με την οποία το ετήσιο εισόδημά της ανερχόταν κατά το εν λόγω έτος στο ποσό των 7.244,40 ευρώ, προερχόμενο αποκλειστικά από συντάξεις, β) το από 25.1.2019 εκκαθαριστικό σημείωμα της σύνταξής της (γήρατος), από το οποίο προκύπτει το πληρωτέο σε αυτήν ποσό (179,52 ευρώ), το ποσό που της παρακρατείται μηνιαίως (61,83 ευρώ) και το υπόλοιπο της οφειλής της από το καταλογισθέν σε βάρος της ποσό, ανερχόμενο σε 1.435,11 ευρώ, γ) απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του συζύγου της, …ο οποίος απεβίωσε στις 21.3.2018, και πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του, δ) το από 6.7.2018 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η προσφεύγουσα εγκαθίσταται μοναδική κληρονόμος του αποβιώσαντος συζύγου της, και ε) ενημερωτικά έντυπα των τραπεζών Εθνικής και Alpha Bank, στα οποία αναγράφονται οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του συζύγου της προς τις τράπεζες αυτές (μη εξυπηρετούμενες ήδη πριν από τον χρόνο θανάτου του). 
      6. Επειδή, όπως προκύπτει από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, η καλή πίστη της προσφεύγουσας κατά την είσπραξη των ποσών της σύνταξής της, τα οποία υπερέβαιναν το καταβλητέο σε αυτήν μηναίο ποσό σύνταξης λόγω γήρατος, όπως αυτό υπολογίστηκε εκ νέου σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προαναφερθείσα εγκύκλιο του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., αναγνωρίστηκε τόσο από τον Διευθυντή του αρμόδιου Υποκαταστήματος, ο οποίος εξέδωσε την ένδικη καταλογιστική πράξη, όσο και από την Τ.Δ.Ε., δεδομένου ότι στην κρίση αυτή (περί της καλοπιστίας της προσφεύγουσας) στηρίχθηκε η μερική αποδοχή της ένστασής της με την προσβαλλόμενη απόφαση. Ενόψει τούτου και σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη δεύτερη και την τρίτη σκέψη της παρούσας απόφασης, η καλόπιστη λήψη των επίμαχων ποσών σύνταξης απέκλειε την αναζήτησή τους ως αχρεωστήτως καταβληθέντων για χρονικό διάστημα που υπερέβαινε τον εύλογο χρόνο (κατά κανόνα πενταετία από την είσπραξη), η αναζήτησή τους, ωστόσο, δεν αποκλειόταν εξ αυτού του λόγου κατά το μέρος που δεν είχε παρέλθει πενταετία μεταξύ της είσπραξης των ποσών αυτών και της έκδοσης της ένδικης καταλογιστικής απόφασης, όπως νομίμως καταρχήν έκρινε η Τ.Δ.Ε. Εντούτοις, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη του τα προσκομιζόμενα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι η προσφεύγουσα, ηλικίας 71 ετών κατά το τρέχον έτος και ήδη χήρα, βιοπορίζεται αποκλειστικά από τη μειωμένη σύνταξη γήρατος και τη σύνταξη λόγω θανάτου του συζύγου της που λαμβάνει από τον καθ’ ου η προσφυγή Φορέα (ως διάδοχο του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.), ύψους 600 ευρώ περίπου ανά μήνα κατά το έτος 2018 (σύμφωνα με την οικεία πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου), από την οποία καλύπτει τις αναγκαίες για τη διαβίωσή της δαπάνες, που είναι αυξημένες λόγω της ηλικίας της, ενώ βαρύνεται, ως μοναδική κληρονόμος του συζύγου της, με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του, κρίνει ότι η προσφεύγουσα αποδεικνύει την επέλευση σε βάρος της απρόβλεπτων και δυσμενών για τη διαβίωσή της συνεπειών εξαιτίας της επιστροφής στον Ε.Φ.Κ.Α. (έστω και τμηματικά) του μέρους του καταλογισθέντος ποσού που αναλογούσε στα επιπλέον ληφθέντα ποσά σύνταξης κατά το χρονικό διάστημα από 26.4.2012 έως 26.4.2017.

Επομένως, συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση νόμιμος λόγος που αποκλείει, σύμφωνα με τα νομολογιακώς κριθέντα, καθ’ ερμηνεία της οικείας γενικής αρχής του κοινωνικοασφαλιστικού δικαίου, την αναζήτηση σε βάρος της προσφεύγουσας των αχρεωστήτως ληφθέντων ποσών σύνταξης, τα οποία, κατά συνέπεια, μη νομίμως της καταλογίστηκαν με την ένδικη απόφαση του Διευθυντή του ως άνω Υποκαταστήματος. Έσφαλε, ως εκ τούτου, για τους ανωτέρω λόγους, η Τ.Δ.Ε. που επικύρωσε με την προσβαλλόμενη απόφασή της την εν λόγω απόφαση του Διευθυντή κατά το αντίστοιχο μέρος της, ως προς την επιστροφή του καταλογισθέντος ποσού για το χρονικό διάστημα από 26.4.2012 και εφεξής, απορρίπτοντας την ένσταση της προσφεύγουσας κατά το μέρος που αφορούσε το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και πρέπει, για τον λόγο αυτό, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφασή της, κατά το οικείο κεφάλαιό της, κατ’ αποδοχή ως βάσιμου του σχετικώς προβαλλόμενου λόγου της κρινόμενης προσφυγής.
      7. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 59/συν. 6/28.1.2019 απόφαση της Α΄ Τ.Δ.Ε. του ως άνω Υποκαταστήματος, κατά το μέρος της με το οποίο απορρίφθηκε η υπ’ αριθμ. 57672/22.5.2017 ένσταση της προσφεύγουσας. Περαιτέρω, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην προσφεύγουσα (άρθρο 277 παρ. 9 εδ. α΄ ΚΔΔ), ωστόσο, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, ο καθ’ ου η προσφυγή Φορέας πρέπει να απαλλαγεί από τα δικαστικά της έξοδα (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε΄ ΚΔΔ).


ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
      Δέχεται την προσφυγή.

Ακυρώνει την υπ’ αριθμ. 59/συν. 6/28.1.2019 απόφαση της Α΄ Τ.Δ.Ε. του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Μισθωτών Θεσσαλονίκης του Ε.Φ.Κ.Α., κατά το μέρος της με το οποίο απορρίφθηκε η υπ’ αριθμ. 57672/22.5.2017 ένσταση της προσφεύγουσας.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην προσφεύγουσα.

Απαλλάσσει τον καθ’ ου η προσφυγή Ε.Φ.Κ.Α. από τα δικαστικά έξοδα της προσφεύγουσας.

Η απόφαση δημοσιεύθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 29-9-2020, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού.


Θωμάς Καλοκύρης 

Δικηγόρος ΜΔΕ


 

FacebookmailFacebookmail