«Κούρεμα» ύψους 71,53% δανειακών οφειλών με Απόφαση Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης!

Ακόμη μια σπουδαία δικαστική επιτυχία του γραφείου μας αποτελεί η από 30 Μαρτίου 2018 και υπ’ αριθ. 1201/2018 Απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία διέταξε το «κόυρεμα» οφειλών προερχόμενων από δάνεια κατά 71,53% με διάσωση παράλληλα της κύριας κατοικίας του δανειολήπτη και εξαίρεση από την εκποίηση των λοιπών περιουσιακών του στοιχείων!!

Συγκεκριμένα, διέταξε την αποπληρωμή του συνολικού ποσού των 36.240,00 ευρώ σε 22 έτη, ήτοι με μηνιαίες δόσεις των 120,00 ευρώ για τους πρώτους 27 μήνες και στη συνέχεια με δόσεις των 137,50 ευρώ για τα επόμενα είκοσι έτη προς διάσωση της κύριας κατοικίας, έναντι μηναίων δόσεων 700,00 ευρώ περίπου και συνολικής οφειλής ποσού 127.323,42 ευρώ!!

Συνεπώς, το συνολικό «κούρεμα» ανήλθε στο ποσό των 91.083,42 ευρώ καταλαμβάνοντας το 71,53 % των δανείων!!


Ακολουθεί το κείμενο της Απόφασης (επεξεργασμένη μόνο ως προς τη διαγραφή των ονομάτων των διαδίκων, δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ):

Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Αιτούσα συνταξιούχος δημόσια υπάλληλος με άνεργο σύζυγο και τέκνο που μόλις έχει τελειώσει την στρατιωτική του θητεία. Μοναδικό οικογενειακό εισόδημα η σύνταξη της οφειλέτριας. Απορρίπτει ενστάσεις πιστωτών. Εξαιρεί κύρια κατοικία με ορισμό μηνιαίων καταβολών για την διάσωσή της. Για τον προσδιορισμό της μηνιαίας καταβολής της διάσωσης λαμβάνεται υπόψη η εμπορική αξία της κύριας κατοικίας μειωμένη κατά τα έξοδα της εκτέλεσης, ενώ  για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου που κατάσχεται λαμβάνεται υπόψη η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά τον χρόνο της κατάσχεσης. Εκποίηση λοιπών περιουσιακών στοιχείων δεν κρίθηκε πρόσφορη. Περίοδος χάριτος.  
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ΡΥΘΜΙΣΗ ΟΦΕΙΛΩΝ - Ν. 3869/2010

Αριθμός: 1201 /2018

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Ειρηνοδίκη ......., που ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Ειρηνοδικείου και τη Γραμματέα ........

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2018 για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ των διαδίκων:

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ (αριθ. εκθ. καταθ. 7239/2017): ......................, με ΑΦΜ .............., κατοίκου Θεσσαλονίκης, .............., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Θωμά Καλοκύρη (AM 591 ΔΣ Βέροιας), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΜΕΤΕΧΟΝΤΩΝ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΩΝ, οι οποίοι κατέστησαν διάδικοι μετά από νόμιμη κλήτευσή τους: 1. ....... 2. ..........

Η αιτούσα με τη με αριθμό 7239/2017 αίτησή της που απευθύνεται στο παρόν Δικαστήριο, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτή. Για τη συζήτηση της ανωτέρω αίτησης ορίσθηκε δικάσιμος με την ανωτέρω πράξη η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο στη σειρά της και κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν στο ακροατήριο.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[....] Στην υπό κρίση αίτηση, όπως με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της συμπληρώθηκε στη συζήτηση, η αιτούσα εξιστορεί ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες, που αναφέρονται στην περιεχόμενη στην αίτηση αναλυτική κατάσταση και ζητεί τη διευθέτησή τους από το Δικαστήριο, ώστε να επέλθει μερική απαλλαγή της από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών της έναντι των προαναφερόμενων πιστωτών, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλει, αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή της κατάσταση, όπως την εκθέτει στην αίτησή της, καθώς και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η αναφερόμενη στην αίτηση κύρια κατοικία της. Μ’ αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αίτηση, παραδεκτά και αρμόδια εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά, τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 Ν. 3869/2010). [...] 

Από την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων η ανωμοτί κατάθεση της απούσας που εξετάσθηκε νόμιμα και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή αποδείξεων και δικαστικών τεκμηρίων, από τα οποία κανένα δεν παραλείπεται για την ουσιαστική διάγνωση της υπό κρίση υπόθεσης καθώς και τις ομολογίες τους που συνάγονται από τα υπό κρίση δικόγραφα αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η αιτούσα διάγει το .... έτος της ηλικίας της και είναι παντρεμένη με τον .........................., που διάγει το .... έτος της ηλικίας του. Από το γάμο τους δε αυτό έχουν αποκτήσει ένα τέκνο, ηλικίας ..... ετών (βλ. πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης). Η αιτούσα, πρώην δημόσιος υπάλληλος, είναι σήμερα συνταξιούχος και λαμβάνει μηνιαίες αποδοχές ύψους 895,06 ευρώ (βλ. σχετικά έγγραφα σε συνδυασμό με ανωμοτί κατάθεσή της), προερχόμενα από κύρια σύνταξη ύψους 827,06 ευρώ και μέρισμα ποσού 68,00 ευρώ. Ο σύζυγος της αιτούσας είναι άνεργος, χωρίς να έχει καταφέρει μέχρι και σήμερα να βρει εργασία, ομοίως και ο υιός της ο οποίος μόλις τελείωσε τη στρατιωτική θητεία του (βλ. ανωμοτί κατάθεση αιτούσας). Κατά συνέπεια μοναδικό οικογενειακό εισόδημα αποτελεί η ως άνω μηνιαία σύνταξη της απούσας. Το εισόδημα της αιτούσας ανήλθε το 2015 στο ποσό των 10.609,20 ευρώ και του συζύγου της σε μηδενικό, το 2014 στο ποσό των 12.479,94 ευρώ και του συζύγου της σε μηδενικό, το 2013 στο ποσό των 15.322,22 ευρώ και του συζύγου της σε μηδενικό, το 2012 στο ποσό των 15.624,31 ευρώ και του συζύγου της σε μηδενικό, ενώ παλαιότερα, το έτος 2008 στο ποσό των 21.367,30 ευρώ και του συζύγου της στο ποσό των 87,26 ευρώ, ενώ το 2007 στο ποσό των 20.538,39 ευρώ και του συζύγου της στο ποσό των 4.465,00 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικά σημειώματα αντίστοιχων ετών). Παρατηρείται επομένως σαφής μείωση των εισοδημάτων της αιτούσας σε σχέση με το παρελθόν, όπου και εργαζόταν ως δημόσιος υπάλληλος. Ωστόσο, κατά το παρελθόν βασιζόταν στην αποπληρωμή των υποχρεώσεών της και στα εισοδήματα του συζύγου της, ο οποίος ενδεικτικά διέθετε εισοδήματα ύψους 4.465,00 ευρώ, με βάση το εκκαθαριστικό σημείωμα έτους 2007, που αύξανε τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Κατά συνέπεια, δεδομένης και της υπέρμετρης αύξησης των δαπανών διαβίωσης, διαμέσου της οικονομικής κρίσης, η συνολική εισοδηματική εικόνα της εμφανίζεται σημαντικά πτωτική σε σχέση με το παρελθόν, αφού το εισόδημά της έχει μειωθεί κατά 10.000,00 ευρώ περίπου. Περαιτέρω, όσο αφορά στην ακίνητη περιουσία της η αιτούσα έχει στην κυριότητά της ένα αυτοτελές και διηρημένο διαμέρισμα του .... ορόφου οικοδομής, κείμενης επί της οδού ........................ στη Θεσσαλονίκη, εμβαδού 47,90 τμ, το οποίο απέκτησε με το υπ’ αριθ. .......................... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ................................, που μεταγράφηκε νόμιμα. Το διαμέρισμα αυτό, αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας. Η αντικειμενική αξία του διαμερίσματος ανέρχεται σε 40.236,00 ευρώ (βλ. φύλλο υπολογισμού αντικειμενικής αξίας ακινήτου) και η εμπορική αξία του στο ποσό των 35.700,00 ευρώ (βλ. βεβαίωση - εκτίμηση του μηχανολόγου μηχανικού ..............). Επίσης η αιτούσα έχει στην κυριότητά της σε ποσοστό 50%, δυνάμει κληρονομικής διαδοχής τρία οικόπεδα έκτασης 350,00 τμ, 100,00 τμ και 196,00 τμ στην περιοχή ................... , καθώς και πέντε αγροτεμάχια έκτασης 3.200,00 τμ, 5.000,00 τμ, 3.744,00 τμ, 5.000,00 τμ και 2.500,00 τμ στην ίδια περιοχή καθώς και στις περιοχές ..................... της .............. και .................... Κινητά περιουσιακά στοιχεία δεν διαθέτει η αιτούσα (βλ. για τα ανωτέρω προσκομιζόμενα σχετικά έγγραφα). Όσο αφορά στα ακίνητα αυτά (πλην της κύριας κατοικίας της αιτούσας) ο Ν. 3869/2010, στο αρθρ. 9 ορίζει ότι ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση της κύριας κατοικίας του από τη ρευστοποίηση, δυνατότητα η οποία απορρέει τόσο από την προστασία της προσωπικότητας του όσο και από την προστασία της οικογένειας και της οικογενειακής στέγης. Αν και η εξαίρεση της κύριας κατοικίας είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο, εφόσον αυτό κρίνει βάσιμο τον ισχυρισμό του οφειλέτη περί μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του και τότε υποχρεωτικά ρυθμίζει τις οφειλές του βάσει της οικονομικής του κατάστασης, το Δικαστήριο δεν προβαίνει στην εκποίηση της λοιπής περιουσίας του οφειλέτη, αν δεν την κρίνει απαραίτητη. Απαραίτητη δεν είναι η εκποίηση όταν ο οφειλέτης μπορεί να καλύψει τις οφειλές του από τη ρύθμιση για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας του. Αναγκαία, ακόμη, δεν είναι η ρευστοποίηση, όταν μετά την τριετή ρύθμιση και τη ρύθμιση για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας, το ποσό των οφειλών που απομένει μπορεί να καλυφθεί από εναλλακτική αξιοποίηση του περιουσιακού στοιχείου του και όχι με εκποίηση του. Επιπλέον, η εκποίηση δεν είναι απαραίτητη, όταν δεν είναι πρόσφορη, κατάλληλη να αποφέρει κάποιο αντάλλαγμα για την ικανοποίηση των δανειστών. Αυτό συμβαίνει όταν τα περιουσιακά στοιχεία δεν παρουσιάζουν αγοραστικό ενδιαφέρον, λόγω ποσοστού εμπράγματου δικαιώματος σε αυτά, ή άλλου λόγου. Από τη στάθμιση των συμφερόντων μεταξύ οφειλέτη και πιστωτών, μπορεί να προκύψει ότι η διατήρηση ενός περιουσιακού στοιχείου στη διάθεση του οφειλέτη, ωφελεί αυτόν πολύ περισσότερο σε σύγκριση με το όφελος των πιστωτών και τη ζημία του οφειλέτη σε περίπτωση που το στερηθεί αυτός (βλ. Ειρ Σικ 285/2013, ΕιρΠερ 56/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επί του παρόντος, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα ακίνητα αυτά, δεν συντρέχει λόγος να εκποιηθούν, καθώς η τυχόν εκποίησή τους δεν θα προκαλέσει ούτε αγοραστικό ενδιαφέρον ούτε αξιόλογο τίμημα, καθώς η περιοχή που βρίσκονται δεν αποδίδει σε αυτά υψηλά εμπορική αξία, ενώ πρόκειται για ποσοστά κυριότητας και όχι πλήρη κυριότητα επ’ αυτών. Ούτε εξάλλου προκύπτει από την αποδεικτική διαδικασία ότι η αιτούσα αξιοποιεί με κάποιο τρόπο τα ακίνητα αυτά (βλ. έντυπα Ε1). Κατά συνέπεια, πρέπει να εξαιρεθούν από τη ρευστοποίηση. 
Με βάση τα ανωτέρω και ενόψει του γεγονότος ότι η αιτούσα βαρύνεται και με τιςδαπάνες διαβίωσης άλλων προσώπων, ήτοι του συζύγου και του τέκνου της, το ποσό που είναι απαραίτητο για τη διαβίωσή της ανέρχεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου σε 775,06 ευρώ, το οποίο κρίνεται ιδιαίτερα μετριοπαθές. Για τον υπολογισμό όμως του ανωτέρω ποσού, συνεκτιμάται ιδιαίτερα το γεγονός ότι οι οφειλέτες οι οποίοι ζητούν να υπαχθούν στις ευεργετικές ρυθμίσεις του νόμου, πρέπει από την πλευρά τους να μειώσουν στο ελάχιστο τις δαπάνες τους μόνο στις απολύτως απαραίτητες και αναγκαίες για το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό διάστημα της ρύθμισης. Εξάλλου, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, η αιτούσα έχει αναλάβει τις παρακάτω δανειακές υποχρεώσεις: α) Από το πρώτο εκ των καθ’ ων την υπ’ αριθ. ...../........... σύμβαση στεγαστικού δανείου ποσού 124.457,05 ευρώ, εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και β) Από το δεύτερο εκ των καθ’ ων την υπ’ αριθ. σύμβαση δανείου με αριθμό κράτησης ΤΕΑΔΥ ....., ποσού 2.866,37 ευρώ. Το σύνολο επομένως των οφειλών της ανέρχεται στο ποσό των 127.323,42 ευρώ. [...]

Με βάση τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι τα ανωτέρω δάνεια λόγω του ύψους τους και της πραγματικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται σήμερα η αιτούσα, που άνωθεν περιγράφεται, την οδήγησαν σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώσει τα ληξιπρόθεσμα χρέη της προς τους πιστωτές της. Κατά την ανάληψη εξάλλου των ανωτέρω υποχρεώσεων τα εισοδήματά της ήταν υψηλότερα (βλ. ανωτέρω αποδειχθέντα σε συνδυασμό με τα κατά το παρελθόν εισοδήματα του συζύγου της) και περαιτέρω, εξ’ αιτίας της οικονομικής κρίαης με τις δυσμενείς συνέπειες που είχε στην ελληνική οικονομία, κατέστη ανέφικτη η αποπληρωμή της ανωτέρω οφειλής, δεδομένου, ότι εκτός από τη μείωση των εισοδημάτων, τα τρέχοντα έξοδα και οι δαπάνες διαβίωσης της μέσης ελληνικής οικογένειας έχουν αυξηθεί σημαντικά. Σημειώνεται ότι το σύνολο του χρέους της αιτούσας δεν κρίνεται υψηλό, αντιθέτως είναι σύνηθες για τα δεδομένα της ελληνικής κοινωνίας πριν την οικονομική κρίση και αναλήφθηκε το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του προς κάλυψη ίων στεγαστικών και μόνο αναγκών της (βλ. κατάσταση οφειλών). Λόγω δε της ύπαρξης υψηλότερων εισοδημάτων κατά το παρελθόν αλλά και της τότε καλής οικονομικής κατάστασης της χώρας, με τη σταθερότητα που παρουσίαζαν οι εργασιακές συνθήκες του δημοσίου τομέα, η αιτούσα πίστευε ότι μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτές της τις υποχρεώσεις ενώ δεν ήταν σε θέση να προβλέψει την οικονομική κρίση που θα ακολουθούσε που την οδήγησε σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των οφειλών της. Βρίσκεται δε, πράγματι σήμερα σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Η κρίση αυτή συνάγεται από την σχέση ρευστότητας της αιτούσας προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της. Δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική υπό την έννοια ότι, μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της (όπως ανωτέρω προσδιορίστηκαν), η υπολειπόμενη ρευστότητα δεν της επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών της ή τουλάχιστον σε ουσιώδες μέρος της, χωρίς προς τούτο να φέρει ευθύνη (βλ. και ΕιρΚουφ 1/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αφού οι μηνιαίες δόσεις, δεν μπορούν να καλυφθούν χωρίς περιορισμό των αναγκαίων δαπανών διαβίωσής τους. Κατ’ αποτέλεσμα απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάαιμος κρίνεται ο αντίθετος ισχυρισμός του πρώτου εκ των πιστωτών. Η αδυναμία πληρωμής της εξάλλου είναι επιγενόμενη και δεν προϋπήρχε κατά τη σύναψη των δανειακών υποχρεώσεών της με τους πιστωτές. Η δε δανειοδότηση της αιτούσας, κινείται σε λογικά πλαίσια σε σχέση με τα εισοδήματά της και βρισκόταν πλήρως εντός των οικονομικών δυνατοτήτων αποπληρωμής της. Για το λόγο αυτό η συμπεριφορά της δεν κρίνεται στο σύνολό της δόλια. Περαιτέρω και ως πρόσθετο στοιχείο, καίτοι δεν απαιτείται για την κατάφαση της δολιότητας του οφειλέτη (βλ.ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 64/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αναφέρεται ότι δεν αποδείχτηκε από την ακροαματική διαδικασία πως η αιτούσα εξαπάτησε τους υπαλλήλους των πιστωτικών ιδρυμάτων προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις της, που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των πελατών τους, δεδομένης της δυνατότητας τους μέσω του συστήματος μηχανοργάνωσης που διαθέτουν (βλ. Α. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, έκδ. 3η, 2014, υπό το άρθρο 1, αρ. 31, 32, 36, 37, 38, σελ. 46-51, ΜΠρΘεσ 26/2016, ΕιρΒαμου 11/2015, ΕιρΚαλαμ 28/2014, ΕιρΙλίου 405/2014 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΧαν 233/2014 αδημ., ΕιρΙλίου 408/2013, αδημ., ΕιρΑθ 1338/2012 αδημ., ΕιρΑθ 274/2012 ΕφΑΔ 2012, 1124, ΕιρΦλωρ 1/2012 ΝοΒ 2012, 1191, ΕιρΑθ 257/2012 ΕΠολΔ 2012, 631, ΕιρΑθ 209/2012 ΧρηΔικ 2012, 293). Κατ’ αποτέλεσμα, οι αντίθετοι ισχυρισμοί του πρώτου εκ των πιστωτών περί δόλιας περιέλευσής της σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, κρίνονται στη συγκεκριμένη περίπτωση, απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. 

Εφόσον επομένως η αιτούσα ανταποκρίθηκε επαρκώς στην υποχρέωσή της να αποδείξει τη συνδρομή στο πρόσωπό της των προϋποθέσεων του Ν. 3869/2010 και ειδικότερα αυτές των άρθρ. 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 όπως οι τελευταίες συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του Ν. 4336/2015 και 4346/2015 (αρθρ. 338 ΚΠολΔ), το Δικαστήριο θα προβεί σε ρύθμιση των οφειλών της. Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, λαμβανομένων υπόψη των βασικών προσωπικών και οικογενειακών αναγκών της αιτούσας και της μη διαφαινόμενης τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον βελτίωσης της οικονομικής της κατάστασης κρίνεται ότι μετά την αφαίρεση των δαπανών διαβίωσης της οικογένειας απομένει το ποσό των 120,00 ευρώ, το οποίο και πρέπει να διατεθεί στους πιστωτές. Από την ανωτέρω ρύθμιση πρέπει να αφαιρεθεί ο χρόνος ισχύος της προσωρινής διαταγής, που βρίσκεται σε ισχύ από τον Ιούλιο του 2017, ήτοι εννέα (9) μήνες (βλ. παραστατικά καταβολών) σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του 2017 το πρώτο εκ των καθ’ ων συνέχισε να παρακρατά το ποσό της μηνιαίας δόσης από τη μισθοδοσία της αιτούσας κι έτσι δεν υπήρχε υποχρέωση επιπλέον μηνιαίων καταβολών. Έτσι ο αντίθετος ισχυρισμός του περί μη τήρησης από την απούσα της προσωρινής διαταγής κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατά συνέπεια η απούσα θα καταβάλλει σύμμετρα στους πιστωτές της το ποσό των 120,00 ευρώ και για χρονικό διάστημα 27 μηνών ως εξής: α) Στην πρώτη εκ των καθ’ ων για την υπ’ αριθ...../............. σύμβαση στεγαστικού δανείου το ποσό των 117,29 ευρώ μηνιαίως και για 27 μήνες και β) Στο δεύτερο εκ των καθ’ ων για την υπ’ αριθ. σύμβαση δανείου με αριθμό κράτησης ΤΕΑΔΥ το ποσό των 2,71 ευρώ μηνιαίως και για 27 μήνες. [...]

Η παραπάνω πρώτη ρύθμιση θα συνδυαστεί με την προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρ. 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το Ν. 4336/2015 και το Ν. 4346/2015 εφόσον με τις καταβολές επί 36 μήνες (συμπεριλαμβανομένης της προσωρινής διαταγής) δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτών και υποβάλλεται αίτημα εξαίρεσης της οικίας της αιτούσας (κύριας κατοικίας) από την εκποίηση, μετά το οποίο η εξαίρεση αυτή είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο (βλ. Αθ. Κρητικό, ο.π. σελ. 148 - αρ. 16), με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων (η αξία της δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού για την απόκτηση πρώτης κατοικίας, προσαυξημένη κατά 50%) και εφόσον α) Υπάρχει ακίνητο που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία της για το οποίο υποβάλλεται αίτημα εξαίρεσης από την εκποίηση, β) η αιτούσα έχει εισόδημα που δεν υπερβαίνει το 170% των ευλόγων δαπανών διαβίωσης (1126,00 ευρώ οι δαπάνες διαβίωσης χ 70% = 1.914,20 ευρώ) εφόσον αυτό ανέρχεται σε 895,06 ευρώ (βλ. αρθρ. 9 παρ. 2 που παραπέμπει στο αρθρ. 5 παρ. 3 ως προς τον καθορισμό των δαπανών διαβίωσης σε συνδυασμό με απόφαση ΤτΕ 54 /15.12.2015 ΦΕΚ 2740), γ) Η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας της δεν υπερβαίνει το ποσό των 180.000 ευρώ, προσαυξημένη αναλόγως για έγγαμο οφειλέτη (βλ. φύλλο υπολογισμού αντικειμενικής αξίας ακινήτου) και δ) οι πιστωτές στα πλαίσια του αρθρ. 338 ΚΠολΔ δεν επικαλέστηκαν ούτε απέδειξαν ως όφειλαν ότι η αιτούσα δεν ήταν συνεργάσιμη δανειολήπτης βάσει του Κώδικα Δεοντολογίας των τραπεζών. Επίσης, βάσει του αρθρ. 9 παρ. 2 εδ β` η αιτούσα έχει διαμορφώσει με τις προτάσεις της το σχέδιο διευθέτησης οφειλών της με τέτοιο τρόπο ώστε για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της προβλέπει ότι αποπληρώνει αφενός μεν το μέγιστο της ικανότητας αποπληρωμής, αφετέρου δε ότι θα καταβάλλει τέτοιο ποσό ώστε οι πιστωτές της να βρίσκονται στην ίδια οικονομική θέση σε σύγκριση με την ικανοποίησή τους από τυχόν εκποίηση της κατοικίας από αναγκαστική εκτέλεση. Συνεπώς, σημασία πλέον για το τι θα καταβάλλει ο οφειλέτης για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, έχει η εμπορική αξία αυτής μειωμένη κατά τα έξοδα της εκτέλεσης, ενώ για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου, που κατάσχεται, λαμβάνεται υπόψη η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης. Η αξία αυτή ορίζεται και ως τιμή πρώτης προσφοράς με βάση τη διάταξη του αρθρ. 993 παρ. 2 και 995 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του Ν. 4335/2015. Πριν επέλθει η τροποποίηση αυτή ίσχυε η κατ’ εκτίμηση αξία από το δικαστικό επιμελητή ή τον προσληφθέντα πραγματογνώμονα, η οποία δεν μπορούσε να υπολείπεται της αντικειμενικής αξίας και ο προσδιορισμός της τιμής πρώτης προσφοράς γινόταν στα 2/3 της εκτιμηθείσας αξίας ή στην αντικειμενική αξία αντίστοιχα, κάτι που δεν ισχύει σήμερα και δεν καταλαμβάνει στο ρυθμιστικό πεδίο της την υπό κρίση αίτηση. Κατά συνέπεια το αντίθετο αίτημα της απούσας (όπως διατυπώνεται στις προτάσεις της) που προσδιορίζει την τιμή πρώτης προσφοράς της κύριας κατοικίας της στα 2/3 της εμπορικής αξίας της δε στηρίζεται στο νόμο και κρίνεται απορριπτέο. Περαιτέρω, η Τράπεζα της Ελλάδος εξέδωσε την υπ’ αρι9. 54/2015 Πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής, αλλά δεν έχει εισέτι δημιουργηθεί βάση δεδομένων που προ βλέπεται στο κεφάλαιο Β άρθρο 6 της ανωτέρω Πράξης και το Δικαστήριο με βάση τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν και την επιτρεπτή αυτεπάγγελτη έρευνα της πραγματικής εμπορικής αξίας ισαξίων ακινήτων στην ίδια περιοχή, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την παλαιότητα και τον όροφο, την έκθεση εκτίμησης του προαναφερόμενου εκτιμητή που αποτιμά την εμπορική αξία του ακινήτου στο ποσό των 35.700,00 ευρώ (βλ. την προσκομιζόμενη εκτίμηση ακινήτου) προσδιορίζει την εμπορική αξία της ανωτέρω κύριας κατοικίας της αιτούσας, πράγματι, στο ποσό των 35.700,00 ευρώ. Αφαιρώντας δε τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης (ήτοι αμοιβές δικαστικών επιμελητών, αμοιβή συμβολαιογράφου, κόστος δημοσίευσης, αποζημιώσεις Υποθηκοφυλακείου) που από το Δικαστήριο υπολογίζονται σε 2.700,00 ευρώ, το ελάχιστο ποσό που θα λάμβαναν οι πιστωτές σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης και πλειστηριασμού της κύριας κατοικίας της αιτούσας ανέρχεται σε 33.000,00 ευρώ (βλ. σχετ. για τα ανωτέρω και ΕιρΘες 3534/2017 αδημ). Το ανωτέρω ποσό υποχρεούται να καταβάλλει η αιτούσα για χρονικό διάστημα 20 ετών (240 μηνών), ήτοι ποσό 137,50 ευρώ μηνιαίως επί 240 μήνες, λαμβανομένων υπόψη το σύνολο των χρεών της αιτούσας, της οικονομικής της δυνατότητας και της ηλικίας της. Σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 977 παρ. 2 ΚΠολΔ, «αν συντρέχουν περισσότερες απαιτήσεις από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 976 αριθ. 2, ακολουθείται η κατά το ουσιαστικό δίκαιο σειρά». Το αρθρ. 1007 του ΚΠολΔ, παραπέμπει στην ανωτέρω διάταξη. Οι ανωτέρω καταβολές θα γίνονται επομένως ως εξής: Το 90% του εκπλειστηριάσματος, ήτοι 29.700,00 ευρώ θα καταβληθεί στην πρώτη εκ των καθ’ ων, ενώ το υπόλοιπο 10% του εκπλειστηριάσματος, ήτοι 3.300 00 ευρώ θα καταβληθεί στη δεύτερη εκ των καθ’ ων. Το σύνολο όμως της οφειλής της ανέρχεται στο ποσό των 2.866,37 ευρώ ενώ με την προηγούμενη ρύθμιση και την προσωρινή διαταγή θα καταβληθεί συνολικά το ποσό των 97,56 ευρώ. Έτσι η αιτούσα θα καταβάλλει εν τέλει στη δεύτερη εκ των καθ’ ων το ποσό των 2.768,81 ευρώ ενώ στην πρώτη εκ των καθ’ ων το ποσό των 30.231,19 ευρώ. Η μηνιαία καταβολή θα πραγματοποιείται ως εξής: Στο πρώτο εκ των καθ’ ων για την υπ’ αριθ. ...../....... σύμβαση στεγαστικού δανείου το ποσό των 125,97 ευρώ μηνιαίως και για 240 μήνες και β) Στο δεύτερο εκ των καθ’ ων για την υπ’ αριθ. σύμβαση δανείου με αριθμό ......., το ποσό των 11,53 ευρώ μηνιαίως και για 240 μήνες. Οι δε μηνιαίες δόσεις θα αρχίσουν να καταβάλλονται 27 μήνες μετά τη δημοσίευση της παρούσας, αμέσως μετά το τέλος της προηγούμενης ρύθμισης, περίοδος χάριτος που πρέπει να δοθεί στην αιτούσα καίτοι τέτοια δυνατότητα δεν παρέχεται στο Ν. 4336/2015, αφού τούτο κρίνεται και δικαιοπολιτικά ορθότερο και έχει ως αποτέλεσμα την ορθή και αποτελεσματική τήρηση της ρύθμισης εκ μέρους της. Ειδικότερα, όσον αφορά το ζήτημα της περιόδου χάριτος, στη νέα διάταξη του αρθρ. 9 παρ 2 μετά το Ν. 4336/2015, αλλά και το Ν. 4346/2015 έχει παραληφθεί η πρόβλεψη της δυνατότητας για χορήγηση περιόδου χάριτος. Αυτό, προφανώς, οφείλεται σε παραδρομή αφού έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το όλο πνεύμα και το σκοπό των ρυθμίσεων του νόμου και ειδικά αυτής της διάταξης του αρθρ. 8 παρ 2, που προβλέπει τον ορισμό μηνιαίων καταβολών με βάση τα εισοδήματα και τις ανάγκες του οφειλέτη, με σκοπό την ελάφρυνσή του, ώστε να εξυπηρετήσει μέρος των χρεών τους και να απαλλαγεί του υπολοίπου, διαφυλάσσοντας ένα ελάχιστο επίπεδο διαβίωσή του. Και αυτό γιατί, εφόσον συμπέσουν οι δύο ρυθμίσεις για μηνιαίες καταβολές, αυτές δηλαδή των αρθρ. 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2, ο οφειλέτης θα κληθεί να καταβάλει κατά την πρώτη τριετία, που θα λειτουργήσουν παράλληλα, ποσά σημαντικά μεγαλύτερα αυτών που δύναται με βάση τα εισοδήματα και τις ανάγκες του, που αποτελούν και τα κριτήρια για τον ορισμό του ποσού των καταβολών της ρύθμισης της 8 παρ. 2, γεγονός που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην έκπτωση του, αντί της επιδιωκόμενης απαλλαγής του. Γι’ αυτό, η παράλειψη θα πρέπει να καλυφθεί ερμηνευτικά με βάση το πνεύμα των ρυθμίσεων του νόμου για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου μέσω αυτών πιο πάνω σκοπού του. Εφόσον η εκπλήρωση της ρύθμισης του αρθρ. 8 παρ. 2 εξαρτάται κατά το νόμο από τα εισοδηματικά κριτήρια που θεσπίζει η διάταξη αυτή, η δε πραγμάτωσή της είναι αδύνατη εφόσον λειτουργήσει παράλληλα με τη ρύθμιση του αρθρ. 9 παρ. 2, αφού ανατρέπεται πλήρως η βάση της για τον ορισμό των δόσεων, δηλαδή η τρέχουσα ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη, όπως αυτή κρίθηκε με βάση τα εισοδηματικά κριτήρια της διάταξης, θα πρέπει κατά λογική ακολουθία η δεύτερη ρύθμιση να έπεται της πρώτης, πράγμα που μπορεί να συμβεί με τη χορήγηση ισόχρονης της πρώτης ρύθμισης περιόδου χάριτος ώστε να μη συμπέσουν οι δύο ρυθμίσεις, όπως ρητά προβλεπόταν από το προγενέστερο δίκαιο και έγινε δεκτό υπό την ισχύ του από τη νομολογία. Εξάλλου η χορήγηση περιόδου χάριτος δεν προβλέπεται μεν από τη διάταξη του αρθρ. 9 παρ. 2, όμως ταυτόχρονα δεν απαγορεύεται, αφού δεν προβλέπει χρόνο έναρξης των καταβολών, ούτε άμεσα πχ με την έκδοση της απόφασης, ούτε έμμεσα με την απαγόρευση της δικαστικής αναστολής της όπως γίνεται μέσω της διάταξης του αρθρ. 8 παρ. 6  στη ρύθμιση του άρθρου αυτού (βλ. και ΕιρΠατρ 350/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα πρέπει να γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος που θα αναπροσαρμόζεται με επιτόκιο αναφοράς των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ή, σε περίπτωση καθορισμού σταθερού επιτοκίου, το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, όπως ομοίως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος. Μετά και τη ρύθμιση αυτή, δεν προκύπτει δυνατότητα κάλυψης του λοιπού μέρους των οφειλών της αιτούσας, όσο αφορά στην απαίτηση της πρώτης εκ των καθ’ ων (η απαίτηση προς τη δεύτερη ικανοποιείται πλήρως) που δεν εξυπηρετείται καθώς δεν διαθέτει λοιπά εισοδήματα, ενώ λοιπή ακίνητη περιουσία της δεν κρίθηκε πρόσφορη προς εκποίηση.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή εν μέρει ως βάσιμη και κατά την ουσιαστική της πλευρά και να ρυθμιστούν οι αναφερόμενες στην αίτηση αυτή οφειλές της αιτούσας, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Η ρύθμιση αυτή ισχύει με την προϋπόθεση της κανονικής εκτέλεσης των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στην αιτούσα με την απόφαση αυτή (άρθρ. 11 παρ. 1 Ν. 3869 /2010) και με την επιφύλαξη της τυχόν τροποποίησής της.[...]

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην του δεύτερου εκ των καθ’ ων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε στο σκεπτικό απορριπτέο.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αίτηση.

ΡΥΘΜΙΖΕΙ τα χρέη της αιτούσας.

ΟΡΙΖΕΙ μηνιαίες καταβολές ύψους εκατόν είκοσι (120,00 ευρώ) και για χρονικό διάστημα είκοσι εφτά (27) μηνών που θα ξεκινήσουν ένα μήνα μετά τη δημοσίευση της παρούσας και θα καταβάλλονται το πρώτο πενθήμερο εκάστου μηνάς σύμμετρα ως εξής: α) Στην πρώτη εκ των καθ’ ων για την υπ’ αριθ..../.............. σύμβαση στεγαστικού δανείου το ποσό των 117,29 ευρώ μηνιαίως και για 27 μήνες και β) Στο δεύτερο εκ των καθ’ ων για την υπ’ αριθ. σύμβαση δανείου με αριθμό ..... το ποσό των 2,71 ευρώ μηνιαίως και για 27 μήνες.

ΕΞΑΙΡΕΙ της εκποίησης την κύρια κατοικία της αιτούσας, ήτοι ένα αυτοτελές και διηρημένο διαμέρισμα του .... ορόφου οικοδομής, κείμενης επί της οδού .................. στη Θεσσαλονίκη, εμβαδού 47,90 τμ.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αιτούσα την υποχρέωση να καταβάλλει για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της το συνολικό ποσά των τριάντα τριών χιλιάδων (33.000,00) ευρώ, ήτοι εκατόν τριάντα εφτά ευρώ και πενήντα λεπτών (137,50 ευρώ) μηνιαίως και για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών (240 μηνών). Οι καταβολές αυτές θα ξεκινήσουν μετά την πάροδο είκοσι εφτά (27) μηνών από τη δημοσίευση της παρούσας (τov πρώτο μήνα μετά τη λήξη της προηγούμενης ρύθμισης) και θα καταβάλλονται το πρώτο πενθήμερο εκάστου μηνός ως εξής: Στο πρώτο εκ των καθ’ ων για την υπ’ αριθ...../...... σύμβαση στεγαστικού δανείου το ποσό των 125,97 ευρώ μηνιαίως και για 240 μήνες και β) Στο δεύτερο εκ των καθ’ ων για την υπ’ αριθ. σύμβαση δανείου με αριθμό  ..............., το ποσό των 11,53 ευρώ μηνιαίως και για 240 μήνες. Οι καταβολές αυτές θα πραγματοποιούνται χωρίς ανατοκισμό με το μέσο κυμαινόμενο επιτόκιο στεγαστικού δανείου που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή, σε περίπτωση καθορισμού σταθερού επιτοκίου, το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, όπως ομοίως προκύπτει απο το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος.

ΕΞΑΙΡΕΙ της εκποίησης τα λοιπά αναφερόμενα στο σκεπτικό ακίνητα περιουσιακά στοιχεία της αιτούσας.

ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΕΙ στην αιτούσα ότι σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια της περιόδου ρύθμισης περιέλθουν σ’ αυτήν περιουσιακά στοιχεία αιτία θανάτου, υποχρεούται να διαθέσει για την ικανοποίηση των πιστωτών το ήμισυ της αξίας αυτών. Οφείλει επίσης να γνωστοποιεί μέσα σε ένα μήνα στη γραμματεία του Δικαστηρίου κάθε μεταβολή κατοικίας ή συνταξιοδοτικού φορέα καθώς και κάθε αξιόλογη βελτίωση των εισοδημάτων της ή των περιουσιακών της στοιχείων, ώστε να ενημερώνεται ο φάκελος που τηρείται σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 4.

ΚΡΙΘΗΚΕ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ, αφού παραδόθηκε καθαρογραμμένη σε πρωτότυπη και ηλεκτρονική μορφή, στη Θεσσαλονίκη σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30.3.2018 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Ο ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                                                                       Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Θωμάς Στεφ. Καλοκύρης

Δικηγόρος


 

 

facebookgoogle_plusmailfacebookgoogle_plusmail

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *