Η απαλλαγή του εγγυητή λόγω της πταισματικής συμπεριφοράς της τράπεζας που οδήγησε στην αδυναμία ικανοποίησης από τον πρωτοφειλέτη


Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 847 ΑΚ, με την σύμβαση εγγυήσεως ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη, ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Επομένως, περιεχόμενο της εγγυήσεως είναι η ανάληψη από τον εγγυητή της υποχρεώσεως απέναντι στον δανειστή να εκπληρώσει την παροχή του πρωτοφειλέτη, αν δεν το κάνει ο τελευταίος. Η εγγύηση καταρτίζεται μεταξύ εγγυητή και δανειστή χωρίς να απαιτείται η σύμπραξη ή συναίνεση του οφειλέτη [ΑΠ 1500/2008, ΕλλΔ/νη 2008/1449, ΑΠ 843/2011, ΕλλΔ/νη 2012/1259].

Η δυνατότητα του εγγυητή να απαλλαγεί, προβάλλοντας την εκ του άρθρου 862 ΑΚ ένσταση ελευθερώσεως, δεν θα πρέπει να συνδέεται με ενδεχόμενη παραίτηση αυτού από την ένσταση διζήσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 855 και 857 ΑΚ. Έτσι, παγίως γίνεται δεκτό, ότι η ανατροπή του επικουρικού χαρακτήρας της εγγυήσεως λόγω παραίτησης του εγγυητή από την ένσταση διζήσεως δεν τον καθιστά τελικό οφειλέτη του χρέους ούτε παραμερίζει τον χαρακτήρα της οφειλής του ως «ξενικής», με αποτέλεσμα να είναι σε κάθε περίπτωση δυνατή η εκ μέρους του προβολή της ένστασης ελευθερώσεως κατά το άρθρο 862 ΑΚ [Βλ. ΑΠ 512/2008, ΝοΒ 2008. 2368˙ ΑΠ 1568/2009, ΔΕΕ 2010. 65˙ ΑΠ 377/2011, ΝΟΜΟΣ˙ ΠΠρΑθ 1568/2011, ΝΟΜΟΣ˙ ΜΠρΑθ 2389/2013, ΝΟΜΟΣ].

Ωστόσο, η διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ είναι ενδοτικού δικαίου, με αποτέλεσμα να είναι έγκυρη η παραίτηση του εγγυητή από το δικαίωμά του να προβάλει την ένσταση ελευθερώσεως. Όπως παγίως νομολογείται, όμως, η εν λόγω παραίτηση τελεί υπό την επιφύλαξη των όσων ορίζει το άρθρο 332 παρ. 1 ΑΚ και, συνεπώς, είναι ανίσχυρη σε περίπτωση που η πταισματική συμπεριφορά του δανειστή που οδήγησε στην αδυναμία ικανοποίησής του από τον πρωτοφειλέτη συνίσταται σε δόλο ή βαριά αμέλεια[1]. Εφόσον στον ΑΚ δεν περιλήφθηκε ορισμός της βαριάς αμέλειας, στο δικαστή της ουσίας εναπόκειται, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να κρίνει πότε η αμέλεια είναι βαριάς μορφής, αξιολογική κρίση η οποία ελέγχεται αναιρετικά [ΑΠ 1068/2017, ΑΠ 1296/2017 NOMOS]. Το άρθρο 862 ΑΚ εισάγει ειδικό αποσβεστικό λόγο της δημιουργούμενης εκ της συμβάσεως εγγυήσεως ενοχής σε περίπτωση που η ικανοποίηση του δανειστή από τον πρωτοφειλέτη κατέστη αδύνατη από πταίσμα του (δανειστή). Η διάταξη αυτή αποτελεί εξειδίκευση της γενικής ρήτρας του άρθρου 288 ΑΚ, εκφράζοντας την ιδέα της προστασίας του εγγυητή, ο οποίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκπληρώσει αλλότρια οφειλή, δηλαδή οφειλή ξένη προς αυτόν.[

Στις δανειακές συμβάσεις, όταν τα πιστωτικά ιδρύματα απαιτούν την υπογραφή και δέσμευση και του εγγυητή, συνήθως εμπεριέχονται όροι που στόχο έχουν να αποκλείσουν την ενάσκηση νόμιμων δικαιωμάτων που προβλέπονται εκ του νόμου υπέρ του εγγυητή. Όροι της δανειακής σύμβασης αναφορικά με την ευθύνη του εγγυητή, όπως, ενδεικτικά, ότι ο τελευταίος «αποδέχεται εκ των προτέρων τη μεταβολή οποιουδήποτε όρου της σύμβασης, αρκεί να γίνει αποδεκτή από τον οφειλέτη κατά τα αναγραφόμενα στους όρους της» ή ότι «ο εγγυητής δεν ελευθερώνεται αν η δανείστρια Τράπεζα παραιτήθηκε εμπραγμάτων ή προσωπικών ασφαλειών υπέρ αυτής, για τις απαιτήσεις της από τη δανειακή σύμβαση και ότι ο εγγυητής παρέχει την τυχόν ανέκκλητη συναίνεση του στην δανείστρια Τράπεζα, να παραιτείται οποτεδήποτε των εμπραγμάτων ή προσωπικών ασφαλειών» αποτελούν καταχρηστικούς όρους με βάση το άρθρο 281 ΑΚ και την ειδικότερη έκφανση αυτού στο άρθρο 2 παρ. 6 του νόμου 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, αφού έχει νομολογηθεί, ότι ο γενικός όρος των συναλλαγών περί παραιτήσεως του εγγυητή από τις προαναφερθείσες ενστάσεις είναι απολύτως άκυρος, καθώς διαταράσσεται η ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών εις βάρος του εγγυητή.


[Βλ. ΟλΑΠ 6/2000, ΔΕΕ 2000. 521 σύμφωνα με την οποία κρίθηκε ότι ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί από το ευεργέτημα που θεσπίζει η διάταξη, αλλά μόνο για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από ελαφρά αμέλεια του, διότι σε περίπτωση δόλου ή βαριάς αμέλειας η σχετική συμφωνία θα προσέκρουε στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 332 ΑΚ και θα ήταν άκυρη (ΑΚ 174) ˙ ΑΠ 377/2011, ΝΟΜΟΣ˙ ΑΠ 1850/2011, ΧρηΔικ 2012. 269˙ ΑΠ 419/2013, ΧρΙΔ 2013. 505˙ ΕφΘεσσ 1034/2013, ΕΕμπΔ 2014. 573˙ ΠΠρΑθ 1163/2011, ΝΟΜΟΣ˙ ΜΠρΑθ 2389/2013, ΝΟΜΟΣ]. [ΟλΑΠ6/2000]

[Μελέτη βασισμένη σε αποσπάσματα των προαναφερόμενων δικαστικών αποφάσεων]

Θωμάς Στε. Καλοκύρης

Δικηγόρος

facebookgoogle_plusmailfacebookgoogle_plusmail

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *