Αποζημίωση δανειολήπτη λόγω προσβολής της προσωπικότητας του – Η υπ’ αριθ. 12174/2018 Απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης

«Από τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ συνάγεται ότι όποιος παράνομα προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, νοουμένη ως το προστατευόμενο από το Σύνταγμα (άρθρ. 2 παρ. 1) σύνολο των αξιών που απαρτίζουν την ουσία του ανθρώπου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον».

Ακολουθεί η υπ’ αριθ. 12174/2018 Απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία, κάνοντας εν μέρει δεκτή την αγωγή δανειολήπτη, ο οποίος δεχόταν επίμονα, συνεχώς και για μεγάλο χρονικό διάστημα οχλήσεις από υπαλλήλους του τραπεζικού ιδρύματος, παρά το γεγονός πως οι οφειλές του ήταν ρυθμισμένες και εξυπηρετούνταν, έκρινε ότι οι πράξεις αυτές της τράπεζας του προκάλεσαν σημαντική ηθική βλάβη επιδικάζοντας αποζημίωση ύψους 5.000,00 ευρώ.

Συγκεκριμένα έκρινε ότι αποδείχθηκε ότι η τράπεζα χωρίς δικαίωμα προέβη (διά των προστηθέντων οργάνων της) στις εκεί αναφερόμενες παράνομες και υπαίτιες (από πρόθεση) πράξεις και παραλείψεις σε βάρος του δανειολήπτη, οι οποίες, προσέβαλαν την προσωπικότητά του, καθώς αδικαιολόγητα αυτός αντιμετωπιζόταν από την τράπεζα ως παντελώς αφερέγγυος δανειολήπτης. Οι πράξεις δε αυτές προκάλεσαν στον ενάγοντα σημαντική ηθική βλάβη, αφού λόγω των συνεχών, επίμονων και για μεγάλο χρονικό διάστημα οχλήσεών του, δικαιολογημένα προκλήθηκε στον ίδιο έντονη ψυχική αναστάτωση και του δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι πράγματι η τραπεζική εταιρία πρόκειται να προβεί σε καταγγελία της ένδικης σύμβασης και αναγκαστική εκτέλεση της περιουσίας του. Η ψυχική δε, αυτή ταλαιπωρία του εντάθηκε με τη γνωστοποίηση σε αυτόν της ως άνω επιστολής της τράπεζας περί της κατηγοριοποίησής του ως «μη συνεργάσιμου δανειολήπτη», με την οποία του προκλήθηκε φόβος για την επέλευση των συνεπειών, που αυτή θα συνεπιφέρει.


Ακολουθεί το κείμενο της Απόφασης (επεξεργασμένη μόνο ως προς τη διαγραφή των ονομάτων των διαδίκων, δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ):

TΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ                                                        ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Ουρανία Ευαγγελίου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ελένη Τσάπρα, Πρωτοδίκη - Εισηγήτρια, Αλεξάνδρα Γιαννακίδου, Πρωτοδίκη και από τη Γραμματέα Ελένη Παπαγεωργοπούλου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, την 11η Ιουνίου 2018, για να δικάσει τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ../../9.11.2017 αγωγή, μεταξύ: ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: .... του ..., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης (οδός ..., αρ... - Α.Φ.Μ. ..), που δεν παραστάθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης και προτάσεις κατέθεσε νομότυπα και εμπρόθεσμα ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Θωμάς Καλοκύρης (Α.Μ.Δ.Σ.Θ).ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «.....», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ..., αρ... -Α.Φ.Μ. ...), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης και προτάσεις κατέθεσε νομότυπα και εμπρόθεσμα η πληρεξούσια δικηγόρος της .. (Α.Μ.Δ.Σ.Θ. ).
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ δημόσια συζήτηση της υπόθεσης, η οποία ορίστηκε δυνάμει της από 5.4.2018 πράξης ορισμού δικασίμου και σύνθεσης της Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω. ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ συνάγεται ότι όποιος παράνομα προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, νοουμένη ως το προστατευόμενο από το Σύνταγμα (άρθρ. 2 παρ. 1) σύνολο των αξιών που απαρτίζουν την ουσία του ανθρώπου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Ωστόσο, για την αξίωση αυτή περί άρσης της προσβολής πρέπει η προσβολή να είναι ενεργός, δηλαδή να έχει προηγηθεί και να υπάρχει κίνδυνος επανάληψης ή να επίκειται στο μέλλον, ενώ για την αξίωση της παράλειψης της προσβολής στο μέλλον πρέπει να υπάρχει βάσιμη απειλή επικείμενης προσβολής και δεν αρκεί η επίκληση μιας υποθετικής απειλής, αλλά θα πρέπει να υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις που να καθιστούν σφοδρά πιθανό ότι ο εναγόμενος θα συμπεριφερθεί κατά ορισμένο τρόπο (ΠΠρΑΘ 5162/2005 ΧρΙΔ 2006.117, ΕρμΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρ. 57, αρ. 16, Καράκωστα, Αστικός Κώδικας, τόμος Α`, άρθρ. 57, αρ. 555, 556).
Περαιτέρω, σε περίπτωση που η παράνομη προβολή της προσωπικότητας υπήρξε και υπαίτια, το δικαστήριο μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον προσβολέα να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη, που τυχόν έχει επέλθει, ιδίως με πληρωμή χρηματικού ποσού. Προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτομένου κατά τη στιγμή της προσβολής. Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Τα έννομα αγαθά που περικλείονται στο δικαίωμα της προσωπικότητας (η τιμή, η ιδιωτική ζωή, η εικόνα, η φωνή, η σφαίρα του απορρήτου κ.λπ.) δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επιμέρους εκδηλώσεις, εκφάνσεις ή πλευρές του ενιαίου δικαιώματος επί της ίδιας προσωπικότητας, έτσι ώστε η προσβολή οποιοσδήποτε έκφανσης της προσωπικότητας να σημαίνει και προσβολή της συνολικής έννοιας προσωπικότητα (βλ. ΑΠ 385/2011 ΝοΒ 2011.1213). Περαιτέρω, στις επί μέρους εκδηλώσεις του ενιαίου δικαιώματος της προσωπικότητας, εκτός από τη φυσική υπόσταση του προσώπου, την ψυχική υπόσταση, την ηθική υπόσταση, την ελευθερία ανάπτυξης της προσωπικότητας, τα μέσα προσδιορισμού του προσώπου, τα προϊόντα της διανοίας και τη σφαίρα του απορρήτου της ιδιωτικής ζωής, συγκαταλέγονται και τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα (βλ. Απ. Γεωργιάδη, Γεν. Αρχ. Αστ.Δικ. εκδ.3η παρ. 12, αριθ. 5-14, σελ. 147- 151).
Εξάλλου, με τον Ν.2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» - ο οποίος εκδόθηκε για την προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας, σύμφωνα με τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1981 (που κυρώθηκε με το Ν. 2068/1992) και την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης της 24-10-1995 «Για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών» - ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Στο άρθρο 1 ότι: «Αντικείμενο του παρόντος νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής», στο άρθρο 2, ότι: «Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως α) «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων...β)...γ) «υποκείμενο των δεδομένων» το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί... δ) « επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («επεξεργασία») κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώρηση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση..., ζ) «υπεύθυνος επεξεργασίας» οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός... η)«Εκτελών την επεξεργασία» οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, θ) «τρίτος» κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπευθύνου επεξεργασίας. 1) «Αποδέκτης», το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ια) «Συγκατάθεση» του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για τον σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες των δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του .... Στο άρθρο 4 παρ.1 ορίζεται ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών, β)..., γ) Στο άρθρο 5 παρ.1 ορίζεται ότι επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του.... Με το άρθρο 11 παρ.1 ορίζεται ότι «ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) .... β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων» και με την παρ.2 του εν λόγω άρθρου ορίζεται ότι «εάν κατά τη συλλογή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί τη συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώνει ειδικώς και εγγράφως, για τα στοιχεία της παρ.1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως 13 του παρόντος νόμου....», ενώ με την παρ.3 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι «εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς». Τέλος, με το άρθρο 23 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι «φυσικό ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον, η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ορίζεται κατ’ ελάχιστο στο ποσόν των 2.000.000 δρχ., εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσόν ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια και οι απαιτήσεις του άρθρου αυτού εκδικάζονται κατά τα άρθρα 664-676 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ανεξάρτητα από τυχόν έκδοση ή μη απόφασης της Αρχής ή τυχόν άσκηση ποινικής δίωξης, καθώς και από την αναστολή ή αναβολή της για οποιονδήποτε λόγο (ΕφΑΘ 1437/2014 ΤΝΠ Νόμος).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή, κατά συνολική εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου του, ο ενάγων εκθέτει ότι το έτος 2007 συνήψε με την «.....» την αναφερόμενη στο δικόγραφο σύμβαση καταναλωτικού δανείου, με βάση την οποία του χορηγήθηκε από την τελευταία το ποσό των 28.000,00 ευρώ, για την εξόφληση του οποίου όφειλε να καταβάλλει μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις των 487,55 ευρώ. Ότι υπήρξε συνεπής ως προς την καταβολή των άνω δόσεων έως το έτος 2012, κατά το οποίο περιήλθε σε οικονομική αδυναμία πληρωμής τους, ώστε συνήψε με την άνω τραπεζική εταιρία την αναφερόμενη στην αγωγή πρόσθετη πράξη διακανονισμού της υπερήμερης οφειλής του, δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε να καταβάλει το ποσό των 135,00 μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από την 19.9.2012 έως την 19.9.2020. Ότι την εν λόγω συμφωνία τηρούσε χωρίς πρόβλημα ακόμη και μετά τη συγχώνευση της άνω δανειοδότριας τράπεζας από την ήδη εναγομένη, η οποία υπεισήλθε στη θέση της πρώτης, τόσο στην αρχική δανειακή σύμβαση, όσο και στην πρόσθετη πράξη αυτής. Ότι, ωστόσο, η εναγομένη από τις αρχές του έτους 2015 άρχισε να τον ενοχλεί τηλεφωνικά, δηλώνοντάς του ότι η μη τήρηση των δανειακών του υποχρεώσεων θα οδηγούσε στην καταγγελία της σύμβασης. Ότι οι ενοχλήσεις αυτές, οι οποίες στη συνέχεια λάμβαναν χώρα, κατ’ εντολή της εναγομένης, και από εισπρακτικές εταιρίες, κατά παράβαση του Ν. 3758/2009, συνεχίστηκαν με μεγαλύτερη συχνότητα και ένταση και μετά την επισήμανση από μέρους του ότι είχε καταρτιστεί η ως άνω πρόσθετη πράξη, ενώ την 20.10.2017 η εναγομένη του απέστειλε την από 10.10.2017 επιστολή της, με την οποία του ανακοίνωσε ότι τον χαρακτήρισε «μη συνεργάσιμο δανειολήπτη», ότι αποκλείεται από τις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 και ότι θα εκκινήσει διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του, διότι όπως επικαλούνταν, δεν της προσκόμισε τα οικονομικά στοιχεία που του ζήτησε. Ότι, από την πράξη αυτή της εναγομένης προσβλήθηκε παράνομα η προσωπικότητά του, ενώ υπέστη και ηθική βλάβη, για την οποία δικαιούται αποκατάσταση, αφού καθ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα υποβλήθηκε σε μεγάλη ψυχική ταλαιπωρία, φοβούμενος τις συνέπειες της αδικαιολόγητης καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης. Με βάση το ιστορικό αυτό, το οποίο εκθέτει εκτενέστερα και αναλυτικότερα στην αγωγή ζητεί, α. να υποχρεωθεί η εναγομένη να άρει την προσβολή της προσωπικότητάς του και να παραλείψει αυτή στο μέλλον και β. να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το ποσό των 15.000,00 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και έως την πλήρη εξόφληση, ως χρηματική ικανοποίησή του για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την εκδηλωθείσα σε βάρος του και περιγραφόμενη στο δικόγραφο παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή, η οποία επιδόθηκε νόμιμα κι εμπρόθεσμα στην εναγομένη (βλ. τη με αριθμ. .../16.11.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ...), αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 18 και 33 ΚΠολΔ), το οποίο είναι καθ’ ύλην αρμόδιο, βάσει του αντικειμένου της διαφοράς και δη ενόψει του ότι ζητείται, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί η εναγομένη σε άρση της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος και παράλειψη στο μέλλον (βλ. Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑΚ 57 αριθ. 48, σελ. 283), για να δικαστεί κατά την τακτική διαδικασία, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγομένης ότι η αγωγή πρέπει να παραπεμφθεί στο καθ’ ύλην αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο για να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 664-676 ΚΠολΔ (και ήδη περιουσιακών διαφορών), κατ’ εφαρμογή του άρθρου 23 του Ν. 2472/1997. Τούτο, διότι, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην άνω νομική σκέψη, ο εναγών ζητεί την ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, επιλέγοντας να ασκήσει τις αξιώσεις που θεμελιώνονται στις διατάξεις των άρθρων 57, 59 ΑΚ, οι οποίες προσήκουν στις αναφερόμενες στις προεκτιθέμενες πράξεις προσβολής της προσωπικότητάς του, τις οποίες διέπραξε υπαιτίως η εναγομένη σε βάρος του, και όχι τη συρρέουσα αξίωση που θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 23 του Ν. 2472/1997, η οποία προσήκει μόνο στην παράνομη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (βλ. ΕφΛαρ 299/2013 ΤΝΠ ΔΣΑ). Περαιτέρω, η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 297, 299 ΑΚ, 70, 176, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος περί επιδίκασης τόκων από την επίδοση της αγωγής, το οποίο τυγχάνει απορριπτέο ως νόμω αβάσιμο, διότι η επίδοση της αναγνωριστικής αγωγής δεν συνιστά όχληση (εφόσον εξαρχής ασκήθηκε ως αναγνωριστική) και, συνεπώς, δεν επιφέρει τη συνέπεια της επιδίκασης τόκων υπερημερίας (πρβλ. ΑΠ 178/2016, ΑΠ 106/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1126/2010 ΝοΒ 2011.115, ΕφΛαρ 107/2015, ΕφΠατρ 744/2002 ΤΝΠ Νόμος, βλ. Απ. Γεωργιάδη/Μ.Σταθόπουλου ΑΚ, τομ.ΙΙ, άρθ.346, σελ.246, αρ.4, Ν. Νίκα «Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας» έκδ. Β` 2016, παρ.37, αριθ. 14, σελ.236). Επομένως, η αγωγή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και από την άποψη της ουσιαστικής της βασιμότητας.Από τη με αριθμό .../15.2.2018 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων .... του ... και .... του ..., αντίστοιχα, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, η οποία έλαβε χώρα μετά από νόμιμη κλήτευση της εναγομένης (βλ. τη με αριθ. .../9.2.2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ....), που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, και από όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ακολούθως, χωρίς ωστόσο να παραλειφθεί η συνεκτίμηση κανενός για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα αμέσως κατώτερα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά για την υπόθεση αυτή: Μεταξύ του ενάγοντος και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «.....» συνήφθη στη Θεσσαλονίκη στις 10.10.2007 η με αριθμό .... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, δυνάμει της οποίας η τελευταία χορήγησε στον πρώτο πίστωση, συνολικού ποσού 28.000,00 ευρώ, διάρκειας 84 μηνών, αποπληρωθέντος σε μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, ποσού 487,55 ευρώ, με κυμαινόμενο επιτόκιο, ύψους 10,50% ετησίως, πλέον της εισφοράς του Ν. 128/75, με τους ειδικότερους σε αυτή όρους και συμφωνίες, ενώ ανοίχθηκε σχετικά ο με αριθμό .... λογαριασμός. Στη συνέχεια, αποδεικνύεται ότι, λόγω της οικονομικής αδυναμίας του ενάγοντος, αφού στις 19.9.2012 υφίσταντο ληξιπρόθεσμες οφειλές του, ύψους 1.137,65 ευρώ, καταρτίστηκε κατά την ως άνω ημεροχρονολογία μεταξύ των ίδιων, ως άνω, συμβαλλομένων στο υποκατάστημα ... Θεσσαλονίκης της εναγομένης Πρόσθετη Πράξη της ανωτέρω αρχικής σύμβασης δανείου «περί προσωρινού διακανονισμού πληρωμής υπερήμερης οφειλής». Με την πρόσθετη αυτή πράξη, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κύριας σύμβασης, ορίστηκε ότι ο ενάγων θα καταβάλει για χρονικό διάστημα οκτώ ετών, ήτοι από την 19.9.2012 έως την 19.9.2020 ως μηνιαία δόση του επίμαχου δανείου του το ποσό των 135,00 ευρώ. Εξάλλου, σύμφωνα με τον όρο (10) της άνω πρόσθετης πράξης ορίστηκε ότι τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν αυτή ως έγκυρη και δεσμευτική και δηλώνουν ότι παραιτούνται από κάθε δικαίωμα να την αμφισβητήσουν ή να την προσβάλλουν στο μέλλον.Ακολούθως, αποδεικνύεται ότι η «.....», συγχωνεύτηκε δι` εξαγοράς (βάσει του άρθρου 79 κ.ν.2190/1920) με την ήδη εναγομένη «.....». Ειδικότερα, η συγχώνευση συντελέστηκε με την υπ’ αριθμόν .../5.11.2014 πράξη του συμβολαιογράφου Πειραιά ...., ακολούθησε δε η έγκρισή της από την υπ` αριθμ. ../20.11.2014 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης (Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή), ενώ η εγκριτική αυτή απόφαση καταχωρίστηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ) με Κωδικό Αριθμό Καταχώρησης ... και στάλθηκε για δημοσίευση στο ΦΕΚ. Κατόπιν αυτού, η εναγομένη υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής δανειολήπτριας, καθόσον αφορά στην προαναφερόμενη σύμβαση δανείου και στην πρόσθετη πράξη αυτής.
Σημειωτέον ότι μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης έχουν συναφθεί, πλην της ένδικης, και οι ακόλουθες συμβάσεις: Η από 30.7.2012 σύμβαση καταναλωτικού δανείου με αριθ. λογαριασμού ...., ποσού 5.430,00 ευρώ, η οποία έχει εξοφληθεί πλήρως από τον ενάγοντα, καθώς και η από 25.6.2007 σύμβαση ανοιχτού προσωπικού δανείου με αριθ. λογαριασμού .... και πιστωτικό όριο 3.557,00 ευρώ, το οποίο εξυπηρετείται, ενώ στις 17.10.2017 το άληκτο κεφάλαιο αυτού ανερχόταν στο ποσό των 720,16 ευρώ και το ποσό σε καθυστέρηση ήταν μηδενικό.
Επιπλέον, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων κατέβαλλε εμπροθέσμως και τις δόσεις της ένδικης σύμβασης, τηρώντας πλήρως τους όρους και τις συμφωνίες αυτής, όπως τροποποιήθηκε με την προαναφερόμενη, από 19.9.2012 πρόσθετη πράξη, ενώ την 17.10.2017 η συνολική οφειλή του από τη σύμβαση αυτή ανερχόταν στο ποσό των 6.814,97 ευρώ. Ωστόσο, η εναγομένη, από τις αρχές του έτους 2015 άρχισε να προβαίνει, διά των υπαλλήλων της, σε συνεχείς τηλεφωνικές κλήσεις προς το κινητό τηλέφωνο του ενάγοντος, αλλά και το σταθερό τηλέφωνο της οικίας του πατέρα του, ...., με τον οποίο αυτός διέμενε, με τις οποίες (οι υπάλληλοι της εναγομένης) τον πίεζαν να καταβάλει τις επικαλούμενες από τους ίδιους ληξιπρόθεσμες δόσεις του επίμαχου δανείου. Μάλιστα, ο ενάγων αμέσως μετέβη στο υποκατάστημα της εναγομένης στον ... Θεσσαλονίκης, προκειμένου να παραδώσει αντίγραφο της πρόσθετης πράξης ρύθμισης, ώστε για ένα χρονικό διάστημα περίπου έξι μηνών διακόπηκαν οι τηλεφωνικές οχλήσεις, ωστόσο περί τα μέσα του ίδιου έτους (2015) ξεκίνησαν και πάλι με μεγαλύτερη συχνότητα. Ακολούθως, ο ενάγων μετέβη και πάλι στο ίδιο ως άνω υποκατάστημα, επιδεικνύοντας και πάλι την προαναφερόμενη πρόσθετη πράξη, ωστόσο, μετά και πάλι από μια μικρή διακοπή των τηλεφωνικών κλήσεων, αυτές συνεχίστηκαν ακόμη πιο εντατικά, ήτοι περισσότερο από μία φορά την ημέρα, με τις οποίες οι υπάλληλοι της εναγομένης ζητούσαν από τον ενάγοντα να εκπληρώσει τις δανειακές του υποχρεώσεις, άλλως του επεσήμαιναν ότι η τράπεζα θα προβεί σε καταγγελία της σύμβασης (βλ. καταθέσεις των ενόρκως βεβαιούντων μαρτύρων του ενάγοντος, .... και ...., συντρόφου και πατέρα του τελευταίου, αντίστοιχα, οι οποίοι γνωρίζουν εξ ιδίας αντιλήψεως τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, αφού ήταν παρόντες κατά τη διάρκεια πολλών εκ των ανωτέρω τηλεφωνικών συνομιλιών). Σημειώνεται ότι οι ως άνω τηλεφωνικές κλήσεις λάμβαναν χώρα μόνο από υπαλλήλους της εναγομένης και όχι από εισπρακτικές εταιρίες του Ν. 3758/2009, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού του ενάγοντος, δεδομένου ότι αυτός από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε, ενώ σύμφωνα με την από 12.2.2018 βεβαίωση της εναγομένης, η ενημέρωση του εναγομένου, σε σχέση με την ένδικη σύμβαση, ουδέποτε ανατέθηκε σε συνεργαζόμενη με την τράπεζα Εταιρία Ενημέρωσης Οφειλετών. Επιπλέον, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη, απέστειλε προς τον ενάγοντα και την από 10.10.2017 επιστολή της, το περιεχόμενο της οποίας έχει επί λέξει ως εξής: «Σας γνωστοποιούμε ότι, σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας...., έχετε πλέον κατηγοριοποιηθεί από την Τράπεζα .... ως «Μη Συνεργάσιμος Δανειολήπτης», εξαιτίας της μη ανταπόκρισής σας αναφορικά με την προσκόμιση των οικονομικών στοιχείων και τυχόν λοιπών δικαιολογητικών εγγράφων που κρίνονται απαραίτητα για την αξιολόγηση των δεδομένων της οικονομικής σας κατάστασης, με σκοπό την υποβολή από μέρους της Τράπεζας της κατάλληλης για εσάς πρότασης λύσης ρύθμισης ή οριστικής διευθέτησης των οφειλών σας...Με την κατηγοριοποίησή σας ως «Μη Συνεργάσιμος Δανειολήπτης» η Τράπεζα δύναται να καταγγείλει άμεσα τις συμβατικές σας σχέσεις, που παρουσιάζουν καθυστέρηση, καθιστώντας τις απαιτήσεις της στο σύνολό τους ληξιπρόθεσμες και απαιτητές και να επιδιώξει την είσπραξή τους με κάθε νόμιμο μέσο και ιδίως με τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, επιβάλλοντας κατάσχεση επί της κύριας κατοικίας σας ή/και επί της τυχόν λοιπής ακίνητης περιουσίας σας... Παρακαλούμε να σημειώσετε ότι η κατηγοριοποίησή σας ως «Μη Συνεργάσιμος Δανειολήπτης» έχει ως συνέπεια τον αποκλεισμό σας από τις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και του Ν. 4354/2015 για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων..». Ωστόσο, ο ενάγων, ως προεκτέθηκε, καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα εκτελούσε πλήρως τις απορρέουσες από την επίμαχη πρόσθετη πράξη συμβατικές του υποχρεώσεις έναντι της εναγομένης, άλλωστε η τελευταία μόλις μετά την επίδοση της κρινόμενης αγωγής, απέστειλε προς τον ενάγοντα την από 1.2.2018 επιστολή της, με την οποία του γνωστοποίησε ότι τον αποχαρακτηρίζει από την κατηγοριοποίησή του ως «μη συνεργάσιμο δανειολήπτη», χωρίς μάλιστα στην επιστολή αυτή να προβάλλει συγκεκριμένο λόγο, για τον οποίο προβαίνει στην προκειμένη πράξη. Σημειωτέον εξάλλου, ότι ουδόλως αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δεν ανταποκρίθηκε σε οποιοδήποτε αίτημα της εναγομένης, αναφορικά με την προσκόμιση στην τελευταία των οικονομικών στοιχείων ή άλλων εγγράφων, απαραίτητων για την αξιολόγηση των δεδομένων της οικονομικής του κατάστασης. Επομένως, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη χωρίς δικαίωμα προέβη (διά των προστηθέντων οργάνων της) στις ανωτέρω παράνομες και υπαίτιες (από πρόθεση) πράξεις και παραλείψεις σε βάρος του ενάγοντος, οι οποίες, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν σχετικώς στην άνω νομική σκέψη, προσέβαλαν την προσωπικότητά του, καθώς αδικαιολόγητα αυτός αντιμετωπιζόταν από την εναγομένη ως παντελώς αφερέγγυος δανειολήπτης. Οι πράξεις δε αυτές της εναγομένης προκάλεσαν στον ενάγοντα σημαντική ηθική βλάβη, αφού λόγω των συνεχών, επίμονων και για μεγάλο χρονικό διάστημα οχλήσεών του, δικαιολογημένα προκλήθηκε στον ίδιο έντονη ψυχική αναστάτωση και του δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι πράγματι η εναγομένη τραπεζική εταιρία πρόκειται να προβεί σε καταγγελία της ένδικης σύμβασης και αναγκαστική εκτέλεση της περιουσίας του. Η ψυχική δε, αυτή ταλαιπωρία του ενάγοντος εντάθηκε με τη γνωστοποίηση σε αυτόν της ως άνω επιστολής της εναγομένης περί της κατηγοριοποίησής του ως «μη συνεργάσιμου δανειολήπτη», με την οποία του προκλήθηκε φόβος για την επέλευση των συνεπειών, που αυτή θα συνεπιφέρει. Ενόψει δε του είδους του θιγόμενου αγαθού, του μεγέθους της προσβολής, των συνθηκών τέλεσης αυτής, του βαθμού υπαιτιότητας της εναγομένης και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, η καταβλητέα εύλογη χρηματική ικανοποίηση πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 5.000,00 ευρώ. Ωστόσο, το αίτημα περί άρσης της γενομένης προσβολής και υποχρέωσης παράλειψής της στο μέλλον, τυγχάνει απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεδομένου ότι ήδη η εναγομένη έχει αποστείλει στον ενάγοντα την προαναφερόμενη από 1.2.2018 επιστολή της, περί αποχαρακτηρισμού του ως «μη συνεργάσιμου δανειολήπτη», ενώ δεν αποδεικνύεται ότι εξακολουθούν και οι τηλεφωνικές ενοχλήσεις προς τον τελευταίο, σχετικά με την τακτοποίηση των οφειλών του, ώστε, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην οικεία νομική σκέψη η προσβολή δεν είναι ενεργός, ούτε δε, υφίσταται βάσιμη απειλή τέτοιας επικείμενης προσβολής, καθώς δεν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις που να καθιστούν σφοδρά πιθανό ότι η εναγομένη θα προβεί σε τέτοια προσβολή.Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 5.000,00 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων, πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ τους, ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας του καθενός (άρθρο 178 ΚΠολΔ) και να επιβληθεί μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος εις βάρος της εναγομένης, όπως καθορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000,00€) ευρώ.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500,00€) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στις 9 Ιουλίου 2018 και δημοσιεύθηκε στη Θεσσαλονίκη, στο ακροατήριό του και σε έκτακτη δημόσια αυτού συνεδρίαση, στις 8 Αυγούστου 2018, χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣΜ.Δ.

Θωμάς Καλοκύρης 

Δικηγόρος ΜΔΕ

facebookgoogle_plusmailfacebookgoogle_plusmail

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *